«Βαρέθηκα να δίνω λογαριασμό για το πώς θα μεγαλώσω το παιδί μου»

«Βαρέθηκα να δίνω λογαριασμό για το πώς θα μεγαλώσω το παιδί μου»

Κοινωνικά όντα είμαστε και μιας και δεν ζούμε σε σπηλιές, δεν γίνεται να αποφύγουμε τη διάδραση, την κριτική και την επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Πού και πού όμως σε πιάνει μια ακατανίκητη επιθυμία να γκουγκλάρεις πού είναι η πλησιέστερη σπηλιά. Γιατί έχεις τερματίσει. Έχεις πιάσει όριο. Δεν.πάει.άλλο.

Πότε δεν πάει άλλο; 

Δεν πάει άλλο όταν εσύ είσαι: 

α) άυπνη 2,5 χρόνια

β) γεμάτη ενοχές για δύο δισεκατομμύρια πράγματα που έκανες ή δεν έκανες (σήμερα μόνο, όχι γενικώς στην καριέρα σου ως μαμά) 

γ) άλουστη δεν ξέρεις από πότε 

δ) αγχωμένη μ' ένα κάρο δουλειές που έπρεπε να ΄χουν γίνει χτες 

ε) κολλημένη στην κίνηση και στη ζέστη, με το μωρό να κλαίει ακατάπαυστα και την μεγάλη σου κόρη να μιλάει επίσης ακατάπαυστα για ό,τι μπορεί να σκεφτεί ανθρώπινος νους 

στ) φορτωμένη με τσάντα μωρού, τσάντα δική σου, ψώνια από λαϊκή, ένα ποδηλατάκι, είκοσι τέσσερα σκουπίδια που σου πάσαραν τα παιδιά και τα παιδιά τα ίδια. 

ζ) όλα τα ανωτέρω.

Δεδομένων όλων των παραπάνω συνθηκών λοιπόν, πρέπει να γίνει κατανοητή η αφετηρία της όποιας κουβέντας πας να ανοίξεις σε μια μαμά. Η αφετηρία η δική της δηλαδή. Κι αυτή περιγράφεται με μία φράση: δύσκολα τα πράγματα. Τόσο δύσκολα, που όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι η κριτική σου, δεν την χρειάζεται καθόλου. Καθόλου όμως. Μηδέν. 

Πόσες φορές παρουσιάστηκε στη βόλτα με το καρότσι, στη δουλειά, στον παιδικό, στο σούπερ μάρκετ, στο μετρό ένας παντελώς άσχετος τρίτος και σου είπε τη γνώμη ή την εμπειρία του ή -αυτοί είναι οι καλύτεροι!-  επεσήμανε τα λάθη σου και ευχάριστα τόνισε ότι ξέρει πώς να επανορθώσεις. Εκατοντάδες φορές.

Και πόσες φορές, αγαπητέ τρίτε, σκέφτηκες πόσο περιττή είναι η παρέμβασή σου; Ελάχιστες φορές.

Γιατί είναι πανεύκολο να έχεις άποψη. Αν είχες ένα ευρώ για κάθε φορά που έλεγες την γλυκιά σου γνωμούλα, αγαπητέ τρίτε, τώρα θα είχες αγοράσει τη Σαντορίνη. Αντ' αυτού όμως και άφραγκος παραμένεις και τα δικά μας τα νεύρα τα κάνεις τσαντάλια, που πρέπει έστω και νοερά να απολογηθούμε για κάθε μέθοδο, επιλογή, αντίδραση και συμπεριφορά μας. 

Βαρεθήκαμε να απολογούμαστε στον καθένα για το ποιες είμαστε και τι είδους μαμάδες γίναμε. Βαρεθήκαμε να απολογούμαστε για το φαγητό που δίνουμε, για την πιπίλα, τα βυζι@ μας που φαίνονται όταν θηλάζουμε, το κρεβάτι του μωρού που είναι στο δωμάτιό μας, το κλάμα του που οφείλεται στην εγκληματική μας αμέλεια. Βαρεθήκαμε να δίνουμε εξηγήσεις για τον πονόδοντο και τους κολικούς των παιδιών μας, για τα ξεσπάσματά τους σε δημόσιους χώρους, για τα δικά μας ξεσπάσματα σε επίσης δημόσιους χώρους, για τους βαθμούς, τα ρούχα, τα μαλλιά και τα παιχνίδια τους. 

Βαρεθήκαμε να αναμένεται από εμάς να κάνουμε τα πάντα άψογα και να 'χουμε και την ευγένεια να απαντάμε στους αγενείς  που μας ασκούν κριτική. Βαρεθήκαμε να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας, αλλά να σαστίζουμε και να στεναχωριόμαστε όταν κάποιος επισημάνει το μισό παράπτωμά μας στο οποίο έτυχε να γίνει μάρτυρας. 

Γενικώς: αφήστε μας ήσυχες, να χαρείτε. Αφήστε μας ήσυχες, γιατί τα νεύρα μας δεν είναι καλά. Κι αν πραγματικά θέλετε να βοηθήσετε, τότε να ξέρετεότι έχει εφευρεθεί ένας πανέξυπνος τρόπος να το κάνετε: προσφέρετε τη βοήθειά σας.

Όχι την κριτική σας. 

Ευχαριστούμε. 

v