«Όταν ο γιος μου, μου ζήτησε να παίρνει μόνος του το μετρό για να πηγαίνει στο σχολείο, νόμιζα ότι συμφωνούσα ότι μπορούσε να παίρνει ένα πολύ συγκεκριμένο τρένο, από έναν συγκεκριμένο σταθμό προς έναν άλλο συγκεκριμένο σταθμό, συγκεκριμένες ώρες της ημέρας. Εκείνος, νόμιζε ότι έλεγα: “η πόλη είναι δική σου, αγόρι μου, βγες έξω και εξερεύνησέ την τώρα που είσαι αρκετά μεγάλος για να παίρνεις μόνος σου το μετρό”.
Και η αλήθεια, φυσικά, είναι ότι είχε απόλυτο δίκιο και ότι αυτό ακριβώς εννοούσα. Απλώς πίστευα ότι θα γίνει πιο αργά και ότι θα τραβήξω τη διαδικασία περισσότερο. Το διαπραγματευτήκαμε γρηγορότερα απ’ όσο ήλπιζα και με μια σειρά όρων από πλευράς μου, που εκείνος είδε ως ανόητη μαμαδίστικη επιμονή λεπτολογία. Και, κατά βάση, είχε δίκιο: η πόλη ήταν δική του.
Πολλές απ’ τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις, ακόμη και μάχες, είναι προσχεδιασμένες από εμάς, στο πλαίσιο της καθημερινής δουλειάς μας: ξυπνάς κάθε πρωί ως γονιός και ξεκινάς απ’ την αρχή με ένα παιδί που είναι μία μέρα μεγαλύτερο απ’ το παιδί που είχες χτες. Βάζουμε όρια, γιατί αυτό κάνουν οι γονείς, και τα παιδιά προσπαθούν να τα ξεπεράσουν, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία, τις περιστάσεις και τις επιρροές τους.
Το παιδί σου (κατά πάσα πιθανότητα) θα θελήσει να πάει σε μέρη χωρίς εσένα και εσύ θα πεις όχι, δεν είναι ασφαλές, είναι πολύ μακριά… Και το παιδί σου θα αντιδράσει και, κάποτε, θα υποχωρήσεις και θα επαναδιαπραγματευτείς. Το παιδί σου θα θελήσει να κάνει παρέα με ανθρώπους που δεν νιώθεις ότι ξέρεις ή να δει ταινίες που δεν θεωρείς κατάλληλες (πολύ τρομακτικές, πολύ βίαιες, πολύ σέξι, πολύ ενοχλητικές). Το παιδί σου θα θέλει, βήμα-βήμα, να μεγαλώσει.
Το μεγάλο τόξο αυτής της γονικής διαπραγμάτευσης θα γίνει λίγο-λίγο πιο ελαστικό. Τελικά, το παιδί σου θα αρχίσει να αποφασίζει για το πού θα πάει –μόνο του, με φίλους, σωστές ή λάθος ώρες της ημέρας- και να κάνει παρέα με διάφορους και να βλέπει ταινίες. Όλοι το ξέρουμε αυτό, σωστά; Όταν λέμε ότι δεν μπορεί να πάει σ’ αυτό το πάρτι ή ότι δεν μπορεί να δει αυτή την ταινία, δεν κερδίζουμε για πάντα μια μάχη, ούτε θέτουμε ηρωικά κανόνες αιωνίως απαράβατους. Απλώς αργά και ενσυνείδητα διαπραγματευόμαστε μια σίγουρη παράδοση, μια διαβίβαση εξουσίας και ανεξαρτησίας.

Πρέπει να ξεκινάμε με την ιδέα, ότι τα παιδιά μας κάποια στιγμή θα γίνουν ενήλικες. Θέλουμε να βγουν στον πραγματικό κόσμο και θέλουμε να το κάνουν με οξυμένη αντίληψη και με σοφή διαχείριση των ενήλικων δυνάμεών τους.
Επομένως, αυτό σημαίνει ότι χρειάζονται δοκιμαστικές περιόδους και βοηθητικές ρόδες και περιπέτειες κάθε τύπου -υπό επιτήρηση. Όπως ξέρουμε όλοι, όμως, οι αληθινές περιπέτειες στερούνται πάντα επιτήρησης. Υπάρχει μια διάσημη ατάκα που λέει “Η ορθή κρίση προέρχεται από την εμπειρία, αλλά η εμπειρία προέρχεται από την κακή κρίση”.
Προσπαθείς να κρατήσεις ασφαλή τα παιδιά σου, αλλά αναγνωρίζεις ότι η πραγματική ασφάλεια περιλαμβάνει το να μπορούν να αντιμετωπίσουν ρίσκα και αποφάσεις μόνα τους. Σφίγγεις τα δόντια και επαναλαμβάνεις τις αιώνιες συζητήσεις κατά τις οποίες αποδεικνύεται ότι κανείς ποτέ δεν είχε γονείς που έβαζαν τόσο ηλίθιους κανόνες, ότι όλοι οι άλλοι επιτρέπεται να κάνουν πράγματα που εσύ απαγορεύεις κ.λπ. Ταυτόχρονα, όμως, αναγνωρίζεις ότι τελικά, όλα αυτά είναι χαμένες μάχες, ότι το μόνο πράγμα ενάντια στο οποίο αγωνίζεσαι πραγματικά είναι ο χρόνος και η ελπίδα ότι μπορείς να μεταφέρεις κάποιες απ’ τις αρχές σου στο παιδί σου που αντιστέκεται.
Tα παιδιά μας θα πάνε εν τέλει όπου θέλουν με όποιον θέλουν. Θα δουν ό,τι τους αρέσει και θα παίξουν μ’ ό,τι βρεθεί στον δρόμο τους. Ως γονείς, κυνηγάμε τις μικρές, θνησιγενείς νίκες, που αυξάνονται όποτε καταφέρνουμε να φυτέψουμε τις γονικές μας αντιλήψεις στους εγκεφάλους τους, έτσι ώστε να ακούν τις φωνές μας ακόμη κι όταν δεν είμαστε εκεί.»
Πηγή: nytimes.com









