Το "ροκάνισμα" του εισοδήματος των νοικοκυριών έχει ήδη ξεκινήσει και υπολογίζεται ότι κάθε μέρα που περνάει τα νοικοκυριά βγάζουν από τις τσέπες τους πάνω από 4,3 εκατομμύρια ευρώ για να αγοράσουν τις απαιτούμενες ποσότητες καυσίμων.
Και ενώ οι συζητήσεις για τα μέτρα στήριξης έχουν ξεκινήσει, σαφές χρονοδιάγραμμα για την ενεργοποίησή τους δεν υπάρχει ακόμη στον ορίζοντα. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι η κυβέρνηση δεν εμφανίζεται να έχει καμία πρόθεση μείωσης της φορολογίας στα καύσιμα επικαλούμενη το υψηλό δημοσιονομικό κόστος.
Στα δύο ευρώ η αμόλυβδη
Τα δύο ευρώ στην αμόλυβδη είναι ήδη εδώ. Ύστερα από 23 διαδοχικές αυξήσεις στο δελτίο τιμών λιανικής -οι ανατιμήσεις είχαν ξεκινήσει πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή- οι υπηρεσίες του υπουργείου Ανάπτυξης κατέγραψαν χθες μέση πανελλαδική τιμή 1,94 ευρώ ανά λίτρο ενώ αναμένονται (τουλάχιστον) τρεις ακόμη ανατιμήσεις στη μέση τιμή μέχρι και την Παρασκευή.
Και σήμερα, τα διυλιστήρια της χώρας ανέβασαν τις τιμές τους. Από τις 22 Φεβρουαρίου μέχρι και σήμερα, έχουν καταγραφεί ανατιμήσεις:
- 18,79% στην αμόλυβδη
- 35,65% στο πετρέλαιο κίνησης
- 44% για το πετρέλαιο θέρμανσης
- 29,58% για το υγραέριο κίνησης.
Και στην λιανική όμως, η εικόνα δεν είναι καλύτερη. Έχουμε μέχρι τώρα:
- Καπέλο 20 λεπτών στην αμόλυβδη μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα. Αν ληφθεί υπόψη ότι καταναλώνουμε περί τα πέντε εκατομμύρια λίτρα ημερησίως, η επιβάρυνση φτάνει στο ένα εκατομμύριο ευρώ την ημέρα.
- Αύξηση 37 λεπτών στο πετρέλαιο κίνησης όπου οι καταναλώσεις -λόγω και των μεταφορών προϊόντων- ανεβαίνουν πάνω από τα 8 εκατομμύρια λίτρα ημερησίως. Πρόσθετη ζημιά επιπλέον τριών εκατομμυρίων ευρώ.
- Αύξηση 19 λεπτών στο υγραέριο κίνησης το οποίο πλέον πωλείται ακριβότερα ακόμη και από ότι στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Καμία απάντηση για fuel pass
Στο ερώτημα αν θα υπάρξει και αυτή τη φορά fuel pass, προς το παρόν δεν υπάρχει απάντηση. Μπορεί οι ανατιμήσεις στα καύσιμα να "πληγώνουν" ήδη την τσέπη όμως στο οικονομικό επιτελείο είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να "κάψουν" πυρομαχικά (σ.σ δημοσιονομικό χώρο) για ένα φαινόμενο που μπορεί να αποδειχθεί παροδικό. Επίσης, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι δεν θα ανοίξουν μεγαλύτερα πληθωριστικά μέτωπα από αυτό των καυσίμων.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα των νοικοκυριών αυτή τη στιγμή είναι τα τρόφιμα. Και εκεί, οι εξελίξεις είναι δυσμενείς καθώς και στα κρέατα και στα λαχανικά και στα φρούτα αλλά και σε πολλά ακόμη είδη πρώτης ανάγκης δημιουργούνται προϋποθέσεις αυξήσεων.
Στα ήδη μεγάλα προβλήματα που υπήρχαν και πριν από τον πόλεμο (σ.σ τιμές κρεάτων κλπ) έρχεται να προστεθεί τώρα ο παράγοντας μεταφορικό κόστος, η παράμετρος λιπάσματα και ο παράγοντας ζωοτροφές σε μια περίοδο που το ζωϊκό κεφάλαιο της χώρας πλήττεται από τις ζωονόσους.
Με αυτά τα δεδομένα προκύπτει εύλογα το ερώτημα αν θα πρέπει να διατεθεί δημοσιονομικός χώρος για μια στοχευμένη στήριξη των οδηγών. Αυτό που ήδη πλήττεται είναι το διαθέσιμο εισόδημα άρα αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, το ζητούμενο θα είναι να υπάρξουν αντισταθμιστικά μέτρα δηλαδή μια έκτακτη ενίσχυση που θα καλύπτει τις απώλειες από όπου και θα προέρχονται. Η στόχευση θα είναι τα χαμηλότερα εισοδήματα που επηρεάζονται περισσότερο σε περιόδους πληθωριστικών πιέσεων.
«Άδικο το πλαφόν», λένε oι πρατηριούχοι καυσίμων
Στο ερώτημα -που επανέρχεται πιεστικά και από τα κόμματα της αντιπολίτευσης- για το αν θα πρέπει να μειωθούν οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στην ενέργεια (από τους υψηλότερους διεθνώς και ο λόγος για τον οποίο έχουμε την 4η ακριβότερη βενζίνη στην Ευρώπη) η απάντηση της κυβέρνησης παραμένει αρνητική ανεξάρτητα από το αν διανύουμε ήδη και επίσημα το προεκλογικό 12μηνο.
Ο λόγος είναι το υψηλό δημοσιονομικό κόστος αλλά και ο οριζόντιος χαρακτήρας μιας παρέμβασης σε αυτούς τους φόρους. Αν αθροιστούν τα έσοδα από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και τον ΦΠΑ στην ενέργεια, προκύπτει το τεράστιο ποσό των 6,4 δις. ευρώ. Αν μειωθούν οι φόροι επομένως, θα χαθούν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ τα οποία θα μοιραστούν σε ανθρώπους με υψηλό εισόδημα, με χαμηλό εισόδημα, σε κατοίκους της Ελλάδας αλλά και τουρίστες.
Αυτό δεν είναι το ζητούμενο σε αυτή τη φάση. Το ζητούμενο είναι να υπάρξουν στοχευμένα μέτρα για αυτούς που θα επηρεαστούν περισσότερο: χαμηλοσυνταξιούχους, οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα κλπ.
Πηγή: thetoc.gr