Συνήθως οι δεύτεροι είναι άνθρωποι που μεγάλωσαν σε σπίτι όπου τίποτα δεν πετιόταν αν πρώτα δεν περνούσε από τριμελή επιτροπή.
Εγώ, χθες βράδυ, μετά από μια μέρα που ξεκίνησε με δουλειές, συνέχισε με μαθήματα, προχώρησε με μηνύματα, διορθώσεις και έναν μαθητή να μου γράφει ότι το NaOH είναι "νιτρικό οχάιο", αποφάσισα να φτιάξω κάτι απλό.
Πατάτες στον φούρνο!
Η πιο τίμια λύση του ανθρώπου που πεινάει, δεν θέλει να μαγειρέψει, αλλά θέλει να νιώσει ότι δε ζει μόνο για να πληρώνει τα ντελίβερι.
Ανοίγω λοιπόν το ντουλάπι, βγάζω τη σακούλα με τις πατάτες και τότε τη βλέπω.
Μία πατάτα στο βάθος, ξεχασμένη, ταλαιπωρημένη, με κάτι μικρά φύτρα να πετάγονται από πάνω της σαν να παλεύει να πιάσει σήμα WiFi.
Την πιάνω και τη σηκώνω στο φως. Παρατηρώ κάτι πρασινωπές περιοχές και όπως κάθε ενήλικας που σέβεται τον εαυτό του, κάνω αυτό που κάνει ο άνθρωπος εδώ και αιώνες όταν δεν ξέρει αν κάτι τρώγεται, τη μυρίζω!
Δεν ξέρω τι ακριβώς περίμενα να μου πει η μύτη μου. "Προσοχή, Βαγγέλη, αυξημένα γλυκοαλκαλοειδή;"
Αλλά αλήθεια τη μύρισα. Και κάπου εκεί μπαίνει η Χημεία, γιατί η πατάτα που πρασινίζει είναι ένα μικρό χημικό εργοστάσιο που έχει αρχίσει να ξυπνάει.
Πάμε λίγο στα βασικά. Η πατάτα είναι υπόγειος βλαστός, κόνδυλος. Δεν είναι ρίζα, όσο κι αν τη φωνάζουμε έτσι με την άνεση ανθρώπων που έχουν αποφασίσει ότι μια βοτανική λεπτομέρεια δεν αρκεί για να μας χαλάσει το μεσημεριανό.
Όταν εκτεθεί στο φως, αρχίζει να παράγει χλωροφύλλη, η οποία και της δίνει το πράσινο χρώμα.
Η ίδια η χλωροφύλλη δεν είναι το πρόβλημα, το πράσινο όμως λειτουργεί σαν φωτεινή ταμπέλα νέον που αναβοσβήνει φωνάζοντας πως κάτι έχει αρχίσει να αλλοιώνεται. Δυστυχώς, μαζί με αυτήν αρχίζουν να αυξάνονται και οι συγκεντρώσεις κάποιων φυσικών τοξικών ουσιών που λέγονται γλυκοαλκαλοειδή, κυρίως σολανίνη και χακονίνη. Και εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν λίγο.
Η σολανίνη είναι μέρος της φυσικής άμυνας του φυτού. Η πατάτα δεν έχει χέρια να σπρώξει το έντομο που πάει να τη φάει. Δεν έχει φωνή να πει "άσε με ήσυχη, έχω κοντέψει να γίνω πουρές τρεις φορές αυτή την εβδομάδα, από ορμόνες που βαράνε tilt". Έχει χημεία.
Παράγει ουσίες που κάνουν τη ζωή δύσκολη σε έντομα, μύκητες και ζώα και μας βοηθάει να καταλάβουμε ότι η φύση, πριν εφεύρει τα αγκάθια, τα δόντια και τα νύχια, είχε ήδη εφεύρει κάτι πολύ πιο ύπουλο: τα μόρια.
Τα γλυκοαλκαλοειδή έχουν πικρή γεύση και σε αρκετά υψηλές ποσότητες μπορούν να προκαλέσουν ναυτία, εμετό, διάρροια, κοιλιακό πόνο, πονοκέφαλο και άλλα δυσάρεστα και το πιο ενοχλητικό είναι ότι η σολανίνη δεν φεύγει εύκολα με το μαγείρεμα.
Δεν είναι σαν ένα απλό μικρόβιο που λες θα το ψήσω καλά και ό,τι υπάρχει θα σκοτωθεί. Είναι χημική ένωση αρκετά ανθεκτική στη θερμότητα.
Δηλαδή η πατάτα μπορεί να βγει από τον φούρνο ροδοκόκκινη, μυρωδάτη, τραγανή, και παρ’ όλα αυτά να κουβαλάει μέσα της μια χημική υπενθύμιση ότι το πράσινο τελικά δεν ήταν απλά διακοσμητικό.
Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν παίζουμε με πολύ πράσινες ή έντονα φυτρωμένες πατάτες. Λίγο επιφανειακό πράσινο μπορεί να αφαιρεθεί γενναιόδωρα με το μαχαίρι, μαζί με τα φύτρα και αρκετή σάρκα γύρω τους, αλλά αν η πατάτα έχει πρασινίσει πολύ, έχει πικρή γεύση, είναι μαλακή και ζαρωμένη καλύτερα να μην γίνει το πείραμα στον οργανισμό μας.
Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τις αποθηκεύουμε σωστά. Σε δροσερό, σκοτεινό, καλά αεριζόμενο μέρος. Όχι στο φως, όχι δίπλα σε θερμότητα, όχι ξεχασμένες σε μια σακούλα πίσω από τα μακαρόνια μέχρι να αναπτύξουν προσωπικότητα, πολιτικές απόψεις και εν δυνάμει σχέδιο απόδρασης.
Και φυσικά όχι στο ίδιο σημείο για μήνες, σαν να περιμένουμε να δούμε αν θα βγάλουν ρίζες προσπαθώντας να εποικίσουν μόνιμα εκεί.
Κοιτάζω λοιπόν την πατάτα στο χέρι μου, με κοιτάζει κι αυτή με τα φύτρα της. Για μια στιγμή σκέφτομαι να τη σώσω, να της δώσω μια ευκαιρία, να την καθαρίσω βαθιά, να κόψω το πράσινο, να πετάξω τα ύποπτα σημεία.
Μετά θυμάμαι ότι είμαι ο ίδιος άνθρωπος που έχει περάσει τη μισή μέρα εξηγώντας σε μαθητές ότι το pH δεν είναι dating app στο κινητό, τύπου pHinder. Δεν έχω αντοχές για διαπραγμάτευση με γλυκοαλκαλοειδή, οπότε την πετάω».