Η ίδια γυναίκα αλλάζει πρόσωπο, τόνο, συμπεριφορά και ενέργεια ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντί της. Είναι μία «μαμά χαμαιλέοντας», όπως τόσες άλλες γυναίκες που έμαθαν να προσαρμόζονται για να είναι αποδεκτές, αγαπητές και επαρκείς.
Δεν είναι υποκρισία, είναι ένας τρόπος προσαρμογής
Όλοι οι άνθρωποι συμπεριφερόμαστε διαφορετικά ανάλογα με το περιβάλλον. Δεν μιλάμε στον εργοδότη μας όπως μιλάμε στην καλύτερή μας φίλη, ούτε αντιδρούμε με τον ίδιο τρόπο μπροστά σε ένα παιδί και σε έναν ενήλικα. Η προσαρμογή αποτελεί φυσικό μέρος της κοινωνικής ζωής. Στις μητέρες, όμως, συχνά αποκτά πολύ μεγαλύτερη ένταση, επειδή συνοδεύεται από ένα τεράστιο σύνολο προσδοκιών.
Μία μητέρα πρέπει να είναι τρυφερή αλλά να βάζει όρια, εργατική αλλά διαθέσιμη, περιποιημένη αλλά όχι ματαιόδοξη, ενημερωμένη αλλά όχι αγχωτική. Πρέπει να ακούει τους πάντες, να θυμάται τα πάντα και να δείχνει ότι τα καταφέρνει. Έτσι μαθαίνει να σκανάρει διαρκώς το περιβάλλον και να προσαρμόζει τον εαυτό της σε αυτό που πιστεύει ότι περιμένουν οι άλλοι.
Κάθε κοινό βλέπει και μία διαφορετική μαμά
Μπροστά στη δασκάλα μπορεί να παρουσιάζεται οργανωμένη και συνεργάσιμη, ακόμη κι αν το πρωινό ξεκίνησε με φωνές και το παιδί πήγε σχολείο χωρίς να έχει φάει. Μπροστά στην πεθερά ίσως προσπαθεί να αποδείξει ότι φροντίζει σωστά την οικογένειά της. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανεβάζει μία χαμογελαστή φωτογραφία από την εκδρομή, χωρίς να φαίνεται ο καβγάς που προηγήθηκε μέσα στο αυτοκίνητο.
Στον σύντροφό της μπορεί να δείχνει δυνατή, επειδή φοβάται ότι αν παραδεχτεί πόσο κουρασμένη είναι, όλα θα καταρρεύσουν. Αυτές οι διαφορετικές εκδοχές δεν είναι απαραίτητα ψεύτικες. Καθεμία περιέχει ένα πραγματικό κομμάτι της. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ανάγκη να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των άλλων γίνεται ισχυρότερη από την ανάγκη να ακούσει τον εαυτό της.
Η μητρότητα φέρνει μαζί της ένα αόρατο κοινό
Από τη στιγμή που μία γυναίκα γίνεται μητέρα, συχνά αισθάνεται ότι βρίσκεται σε μία σκηνή όπου όλοι έχουν άποψη για την ερμηνεία της. Πώς γέννησε, αν θήλασε, πότε επέστρεψε στη δουλειά, πόσο χρόνο περνά με το παιδί, αν είναι αυστηρή, αν είναι υπερπροστατευτική, αν μαγειρεύει, αν επιτρέπει οθόνες.
Ακόμη και όταν κανείς δεν την κρίνει φανερά, εκείνη μπορεί να έχει εσωτερικεύσει αυτό το βλέμμα. Το κουβαλά παντού σαν έναν αόρατο παρατηρητή που βαθμολογεί τις αποφάσεις της. Δεν προσπαθεί απλώς να μεγαλώσει το παιδί της. Προσπαθεί ταυτόχρονα να αποδείξει ότι είναι καλή μητέρα. Και αυτή η διαρκής απόδειξη απαιτεί διαφορετικές παραστάσεις για διαφορετικούς θεατές.
Όταν η προσαρμογή γίνεται εξάντληση
Το να αλλάζουμε συμπεριφορά δεν είναι από μόνο του ανησυχητικό. Γίνεται, όμως, επιβαρυντικό όταν αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε πουθενά. Όταν σκεφτόμαστε συνεχώς τι πρέπει να πούμε, πώς πρέπει να σταθούμε και ποια εκδοχή μας θα εγκριθεί περισσότερο.
Η συνεχής αυτοπαρακολούθηση καταναλώνει ψυχική ενέργεια και μπορεί να δημιουργήσει άγχος, θυμό και ένα βαθύ αίσθημα αποσύνδεσης. Μία γυναίκα μπορεί να είναι τόσο απασχολημένη με το να ανταποκρίνεται στους ρόλους της, ώστε κάποια στιγμή να αναρωτηθεί ποια είναι όταν δεν τη χρειάζεται κανείς. Η εξάντληση δεν προέρχεται μόνο από όσα κάνει, αλλά και από την αδιάκοπη προσπάθεια να φαίνεται ότι τα κάνει σωστά.
Η ανάγκη να είμαστε αρεστές έχει παλιές ρίζες
Πολλές γυναίκες μεγάλωσαν με την ιδέα ότι το καλό κορίτσι δεν θυμώνει, δεν δυσαρεστεί τους άλλους και δεν ζητά πολλά. Έμαθαν να αντιλαμβάνονται γρήγορα τις διαθέσεις γύρω τους και να προσαρμόζονται, ώστε να διατηρούν την ηρεμία. Η μητρότητα δεν δημιουργεί απαραίτητα αυτή τη συμπεριφορά, αλλά συχνά τη μεγεθύνει.
Η επιθυμία να προστατεύσουν τα παιδιά, να κρατήσουν ενωμένη την οικογένεια και να αποφύγουν τις συγκρούσεις τις οδηγεί να γίνονται κάθε φορά αυτό που χρειάζεται η περίσταση. Μέχρι που οι δικές τους ανάγκες περνούν τόσο χαμηλά στη λίστα, ώστε παύουν να τις αναγνωρίζουν.
Πώς ξαναβρίσκουμε τη σταθερή μας ταυτότητα
Η λύση δεν είναι να συμπεριφερόμαστε παντού ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Είναι να παραμένουμε συνδεδεμένες με τις βασικές αξίες και τα συναισθήματά μας, όποιος κι αν βρίσκεται απέναντί μας. Μπορούμε να αρχίσουμε παρατηρώντας πότε νιώθουμε ότι παίζουμε έναν ρόλο.
Σε ποιους ανθρώπους φοβόμαστε να πούμε «όχι»; Πού χαμογελάμε ενώ θέλουμε να κλάψουμε; Πότε συμφωνούμε για να μην απογοητεύσουμε κάποιον; Μικρές πράξεις ειλικρίνειας, όπως το να ζητήσουμε βοήθεια, να παραδεχτούμε ότι δυσκολευόμαστε ή να θέσουμε ένα όριο, μας βοηθούν να επιστρέψουμε στον εαυτό μας.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται μία μητέρα που αλλάζει χρώμα για να ταιριάζει σε κάθε φόντο. Χρειάζονται μία αληθινή γυναίκα, που μπορεί να είναι δυνατή και ευάλωτη, υπομονετική και κουρασμένη, χαρούμενη και θυμωμένη. Μία μητέρα που δεν φοβάται να δείξει ότι η αυθεντικότητα δεν σημαίνει τελειότητα. Σημαίνει να επιτρέπεις στον εαυτό σου να υπάρχει ολόκληρος, ακόμη κι όταν κάποιος σε βλέπει.