Δουλεύω χρόνια πίσω από έναν πάγκο και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ο άνθρωπος αποκαλύπτεται όταν τον ρωτήσεις «απ’ όλα;». Εκεί πέφτουν οι μάσκες. Άλλος θυμάται τη δίαιτά του, άλλος τον στρατό και άλλος χρειάζεται να πάρει τηλέφωνο τη μάνα του. Έχω δει ζευγάρια να συμφωνούν για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, αλλά να σφάζονται για τοι τζατζίκι!. Το σουβλατζίδικο είναι το μοναδικό μέρος όπου το «ό,τι να ’ναι» συνοδεύεται από δεκατέσσερις διευκρινίσεις. Κι επειδή κάθε βράδυ παίζεται περίπου η ίδια παράσταση, να οι πέντε πρωταγωνιστές που μπορώ πλέον να αναγνωρίσω πριν ανοίξουν το στόμα τους.
Ο «εμένα θα ακούς που ξέρω»
Έρχεται, κοιτάζει τον γύρο και καταλαβαίνεις αμέσως ότι απόψε θα αξιολογηθείς. «Πολύ κοντά το έχεις στη φωτιά». Το δουλεύω είκοσι χρόνια το μαγαζί. Εκείνος έχει ψήσει δύο φορές το Πάσχα, τη μία με την πλαστική λαβή της σούβλας μέσα στα κάρβουνα. Συνεχίζει: «Την πίτα να τη γυρνάς μία φορά. Το κρέας θέλει να ξεκουραστεί». Το κρέας, φίλε μου, ξεκουράστηκε περισσότερο από μένα σήμερα. Παραγγέλνει ένα τυλιχτό και αναλαμβάνει αμισθί τεχνικός διευθυντής της επιχείρησης. Θα μου εξηγήσει πώς κόβεται η ντομάτα και γιατί η πατάτα πρέπει να είναι πιο χοντρή. Στο τέλος του δίνω το σουβλάκι και περιμένω. Δαγκώνει. Σκέφτεται. «Καλό. Άμα έβαζες και λίγο λεμόνι…». Έχω βάλει. «Ε, γι’ αυτό».
Ο «αν με δεις με τη γυναίκα μου, μην πεις ότι πέρασα»
Μπαίνει κοιτάζοντας πίσω του, λες και κουβαλάει στοιχεία για μεγάλη υπόθεση. Παραγγέλνει δύο πίτες, μια πατάτες και αναψυκτικό χωρίς ζάχαρη, γιατί κάπου πρέπει να υπάρχει αυτοσυγκράτηση. «Στο σπίτι έχουμε φακές», μου εξηγεί, χωρίς να τον έχω ρωτήσει. Κατόπιν σκύβει: «Αν έρθω με τη γυναίκα μου, δεν με είδες». Τρώει όρθιος, καθαρίζει τα χείλη και ζητάει τσίχλα. Φίλε, έφαγες διπλό τζατζίκι, τι να σου κάνει η τσίχλα; Τρεις μέρες μετά έρχονται μαζί. «Ωραίο μαγαζάκι», λέει εκείνος, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω μου. Η γυναίκα του παραγγέλνει «το συνηθισμένο». Τον κοιτάζω. Με κοιτάζει. Εκείνη ζητάει έξτρα σος. Κανείς δεν μιλάει.
Ο «τομάτα, πατάτα, σος»
«Ένα με τομάτα, πατάτα, σος». «Με τι κρέας;». «Τομάτα, πατάτα, σος». Το επαναλαμβάνει πιο αργά, επειδή προφανώς δυσκολεύομαι στη γλώσσα. Ξαναρωτάω. Με κοιτάζει πληγωμένος. «Ένα κανονικό». Ωραία, προχωράμε με επιστημονικούς όρους. Πίσω του περιμένουν οκτώ άνθρωποι και μπροστά μου βρίσκεται κάποιος που θεωρεί το «κανονικό» συγκεκριμένο ζώο. Ξέρει ακριβώς τι θέλει, αρκεί να μη χρειαστεί να το προσδιορίσει. Του απαριθμώ τις επιλογές. Επιλέγει κοτόπουλο και ξαναλέει «τομάτα, πατάτα, σος», για να μη χαθεί ο βασικός άξονας. Την ώρα που τυλίγω, θυμάται ότι δεν θέλει ντομάτα. «Αφού μου είπες τομάτα». «Ναι, έτσι το λέω». Είναι, δηλαδή, ονομασία προέλευσης. Μετά ζητάει τη σος χωριστά, λιγότερες πατάτες και την πίτα αλάδωτη. Φεύγει λέγοντας «μια απλή παραγγελία έκανα». Έχει δίκιο. Το πρόβλημα ήταν δική μου, που περίμενα οι λέξεις να σημαίνουν πράγματα.
Ο «καυτερός»
«Βάλε πολύ καυτερό». Ρωτάω πόσο. «Όσο αντέχεις εσύ». Συγγνώμη, θα το φάμε εναλλάξ; Έρχεται συνήθως με παρέα, επειδή η συγκεκριμένη παραγγελία χρειάζεται κοινό. «Εμένα δεν με πιάνει τίποτα», ανακοινώνει και κοιτάζει τους υπόλοιπους, μήπως θέλει κανείς να κρατήσει πρακτικά. Του βάζω καυτερό. «Κι άλλο». Βάζω. «Φοβάσαι;». Εγώ φοβάμαι τον λογαριασμό του ρεύματος, αλλά δεν είναι της παρούσης. Έχει μετατρέψει ένα βραδινό φαγητό σε εξετάσεις για δίπλωμα γενναιότητας. Στην πρώτη μπουκιά χαμογελάει. Στη δεύτερη ξεκουμπώνει το μπουφάν. Στην τρίτη αρχίζει να ακούει πολύ προσεκτικά τους φίλους του, γιατί η ομιλία έχει γίνει απαιτητική δραστηριότητα. «Καίει;», τον ρωτάνε. «Μπα, ωραίο είναι». Τα μάτια του έχουν γυαλίσει, αλλά επιμένει ότι φταίει ο απορροφητήρας. Την επόμενη φορά έρχεται μόνος. «Χωρίς καυτερό σήμερα. Με πείραξε κάτι το μεσημέρι». Βεβαίως. Θα ήταν το ψωμί.
Ο «βίγκαν»
Μπαίνει με την ελπίδα ότι θα βρει κάτι να φάει και με την εμπειρία ανθρώπου που έχει ακούσει πολλές φορές «κοτόπουλο τρως;». Ρωτάει τι έχουμε χωρίς ζωικά προϊόντα. Του δείχνω τις επιλογές, αλλά από πίσω πετάγεται ο θείος μου: «Λίγη φέτα τουλάχιστον;». Ρωτάει τι περιέχει η σος. Ο θείος απαντάει «ωραία πράγματα». Του ζητάω να αφήσει κάτω το τάπερ και να πάει λίγο έξω. Φτιάχνουμε τελικά την πίτα όπως τη θέλει, τρώει, ευχαριστεί και φεύγει. Ο θείος κουνάει το κεφάλι. «Εγώ αυτά δεν τα καταλαβαίνω». Μετά τρώει μισό κιλό πατάτες σκέτες. Τον αφήνω στην ησυχία του. Έχουμε ήδη κουραστεί αρκετά απόψε.
Λίγο πριν κλείσω, χτυπάει το τηλέφωνο. «Ένα κανονικό, τομάτα, πατάτα, σος, χωρίς τομάτα. Βάλε καυτερό, αλλά λίγο. Και αν έρθει η γυναίκα μου, δεν πήρα τίποτα». Κοιτάζω το ρολόι. Από το βάθος ακούγεται ο θείος: «Πες του να βάλουμε φέτα». Ο πελάτης συνεχίζει: «Και την πίτα να τη γυρίσεις μία φορά». Κλείνω τα μάτια. Αύριο θα βάλω αγγελία. Ζητείται προσωπικό. Κατά προτίμηση διαπραγματευτής με αποδεδειγμένη εμπειρία σε ομηρίες.