Όπως και οι ενήλικες, έτσι και τα παιδιά έχουν μέρες που δεν θέλουν να σηκωθούν από το κρεβάτι. Μπορεί να έχουν κοιμηθεί αργά, να είναι κουρασμένα ή να προτιμούν να περάσουν τη μέρα τους παίζοντας στο σπίτι.
Μια περιστασιακή άρνηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να παρατηρούμε αν πρόκειται για μια μεμονωμένη αντίδραση ή αν το παιδί δυσκολεύεται συστηματικά να πάει στο σχολείο.
Αν η άρνηση εμφανίζεται κυρίως μετά από ένα κουραστικό Σαββατοκύριακο ή μια δύσκολη μέρα, μπορεί να μη χρειάζεται ιδιαίτερη ανησυχία. Αν, αντίθετα, το παιδί δείχνει έντονη δυσφορία κάθε φορά που πλησιάζει η ώρα του σχολείου, αξίζει να ψάξουμε τι κρύβεται πίσω από αυτή τη συμπεριφορά.
Όταν πίσω από την άρνηση κρύβεται κάτι άλλο
Μερικές φορές, το «δεν θέλω να πάω σχολείο» είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί εκφράζει κάτι που δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει με λόγια. Μπορεί να δυσκολεύεται με κάποιο μάθημα, να φοβάται ότι θα κάνει λάθος ή να νιώθει πως δεν τα καταφέρνει όσο καλά θα ήθελε.
Άλλες φορές, η δυσκολία σχετίζεται με τις σχέσεις του με τους συμμαθητές του. Ένας σχολικός καβγάς, η αίσθηση ότι δεν το αποδέχεται η παρέα ή ακόμη και περιστατικά κοροϊδίας και εκφοβισμού μπορεί να κάνουν το σχολικό περιβάλλον να μοιάζει απειλητικό.
Το άγχος του αποχωρισμού από τους γονείς μπορεί επίσης να παίξει ρόλο, ιδιαίτερα στα μικρότερα παιδιά ή όταν έχει προηγηθεί κάποια αλλαγή στην καθημερινότητά τους. Μια μετακόμιση, η αλλαγή σχολείου ή μια δύσκολη οικογενειακή περίοδος μπορεί να επηρεάσει το πώς αισθάνονται.
Ποια σημάδια πρέπει να προσέξουμε;
Εκτός από την ίδια την άρνηση, έχει σημασία να παρατηρήσουμε αν έχουν αλλάξει και άλλες πλευρές της συμπεριφοράς του παιδιού. Για παράδειγμα, μπορεί να παραπονιέται συχνά για πόνο στην κοιλιά ή στο κεφάλι πριν φύγει για το σχολείο, να δυσκολεύεται να κοιμηθεί ή να ξυπνάει μέσα στη νύχτα.
Οι σωματικές ενοχλήσεις μπορεί να συνδέονται με το άγχος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να θεωρούμε πως κάθε πόνος είναι ψυχολογικός. Αν επαναλαμβάνονται, χρειάζεται να συζητήσουμε και με τον παιδίατρο.
Εξίσου σημαντικές είναι οι αλλαγές στη διάθεση. Αν το παιδί φαίνεται πιο ευερέθιστο, αποσύρεται, δεν θέλει να μιλήσει για την ημέρα του ή αναφέρει ότι φοβάται κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, καλό είναι να μην προσπεράσουμε όσα μας λέει.
Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί;
Το πρώτο βήμα είναι να το ακούσουμε χωρίς να το μαλώσουμε ή να υποτιμήσουμε τα συναισθήματά του. Φράσεις όπως «δεν έχεις τίποτα», «όλα τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο» ή «σταμάτα να γκρινιάζεις» μπορεί να το κάνουν να αισθανθεί ότι δεν μπορεί να μοιραστεί μαζί μας όσα το δυσκολεύουν.
Αντί γι' αυτό, μπορούμε να ρωτήσουμε με ηρεμία τι είναι αυτό που το ενοχλεί περισσότερο. Οι ανοιχτές ερωτήσεις, χωρίς πίεση και ανάκριση, βοηθούν το παιδί να εκφραστεί πιο εύκολα. Μερικές φορές, μπορεί να χρειαστούν αρκετές συζητήσεις μέχρι να αισθανθεί έτοιμο να μιλήσει.
Παράλληλα, είναι χρήσιμο να επικοινωνήσουμε με τον εκπαιδευτικό του, ώστε να μάθουμε αν έχει παρατηρήσει κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά του μέσα στην τάξη ή στις σχέσεις του με τα άλλα παιδιά. Η συνεργασία ανάμεσα στην οικογένεια και το σχολείο μπορεί να βοηθήσει να εντοπιστεί η αιτία και να βρεθεί μια λύση.
Πότε χρειάζεται να ζητήσουμε βοήθεια;
Αν η άρνηση επιμένει, επηρεάζει την καθημερινότητα του παιδιού ή συνοδεύεται από έντονο φόβο, κλάματα και συχνές σωματικές ενοχλήσεις, είναι σημαντικό να μην περιμένουμε απλώς να περάσει από μόνη της.
Ο παιδίατρος μπορεί να αποκλείσει πιθανά προβλήματα υγείας, ενώ ένας ειδικός ψυχικής υγείας παιδιών μπορεί να βοηθήσει το παιδί να διαχειριστεί το άγχος του και να εντοπίσει τι το δυσκολεύει.
Στόχος δεν είναι να πιέσουμε το παιδί να πηγαίνει σχολείο χωρίς να διαμαρτύρεται, αλλά να καταλάβουμε γιατί δυσκολεύεται. Όταν νιώθει ότι το ακούμε, το παίρνουμε στα σοβαρά και είμαστε δίπλα του, έχει περισσότερες πιθανότητες να μας εμπιστευτεί και να μας μιλήσει για όσα πραγματικά το απασχολούν.