Μέσα από μια ιστορία που γεννήθηκε από αληθινά βιώματα, ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από το «διαφορετικό», όχι ως ταμπέλα, αλλά ως μια ανθρώπινη εμπειρία που μας αφορά όλους. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για την έμπνευση πίσω από το βιβλίο, τις αντιδράσεις που τη συγκίνησαν, τους ήρωες που αγάπησε και το μήνυμα που θέλει να φτάσει σε κάθε παιδί που φοβάται να επιστρέψει… διαφορετικό.
Τι σας ενέπνευσε να γράψετε το «Δεν φοβάμαι το διαφορετικό» και ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να μείνει στους αναγνώστες;
Με ενέπνευσε μια αληθινή ιστορία και μια σκέψη που με ακολουθούσε για καιρό. Ένα παιδί βρέθηκε αντιμέτωπο με μια δύσκολη δοκιμασία και στάθηκε με μια δύναμη που δεν περίμενες. Αυτό που με σταμάτησε, όμως, δεν ήταν μόνο η ασθένεια. Ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι η μεγαλύτερη ανησυχία της δεν ήταν η θεραπεία, αλλά η επιστροφή. Το πώς θα τη δουν οι άλλοι όταν γυρίσει πίσω. Πώς θα την αντιμετωπίσουν τώρα που δεν θα είναι «ίδια», τώρα που θα έχει χάσει τα μαλλάκια της.
Εκεί συνειδητοποίησα ότι ο φόβος δεν γεννιέται πάντα από αυτό που μας συμβαίνει, αλλά από το πώς θα μας κοιτάξουν μετά. Κι αυτό δεν αφορά μόνο εκείνη. Το ζουν πολλά παιδιά, κάθε φορά που ένα χαρακτηριστικό τους γίνεται αφορμή για σχόλιο ή απομάκρυνση.
Το βιβλίο γράφτηκε από αυτή τη διαπίστωση. Από την ανάγκη να ειπωθεί ότι κανένα παιδί δεν πρέπει να φοβάται το βλέμμα του άλλου. Και ότι η αποδοχή δεν είναι μια λέξη που επαναλαμβάνουμε, αλλά μια στάση που οφείλουμε να αποδεικνύουμε.
Το βιβλίο θίγει θέματα που ίσως είναι δύσκολα για συζήτηση στην ελληνική κοινωνία· πώς πιστεύετε ότι μπορεί να συμβάλει στη δημόσια συζήτηση γύρω από την αποδοχή και την ένταξη;
Νομίζω πως τα δύσκολα θέματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα όταν αποφεύγονται. Στην κοινωνία μας συχνά προτιμάμε να μη μιλάμε ανοιχτά για ό,τι μας φέρνει σε αμηχανία. Κι έτσι, το διαφορετικό μένει χωρίς λέξεις.
Ένα παιδικό βιβλίο δεν έρχεται να κάνει κοινωνική ανάλυση. Μπορεί όμως να ανοίξει μια πόρτα. Να γίνει αφορμή για μια συζήτηση μέσα στο σπίτι, σε μια σχολική τάξη, σε έναν κύκλο παιδιών και ενηλίκων. Όταν ένα παιδί διαβάζει μια ιστορία και αναγνωρίζει κάτι από τον εαυτό του ή από τον συμμαθητή του, τότε ο διάλογος ξεκινά πιο φυσικά.
Πιστεύω ότι η συμβολή του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς εκεί. Στο ότι μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της θεωρίας στο επίπεδο της σχέσης. Μας καλεί να δούμε τον άνθρωπο πίσω από την ταμπέλα. Και αν καταφέρουμε να αλλάξει έστω και ένα βλέμμα, μια στάση μέσα σε μια τάξη ή μια οικογένεια, τότε αυτό είναι ήδη μια μικρή, αλλά ουσιαστική συμβολή στη δημόσια συζήτηση γύρω από την αποδοχή και την ένταξη.
Πώς ορίζετε εσείς το «διαφορετικό» και τι σημαίνει για εσάς;
Για μένα το «διαφορετικό» δεν είναι μια ταμπέλα. Είναι μια οπτική. Είναι ο τρόπος που ο καθένας μας υπάρχει στον κόσμο με τα δικά του χαρακτηριστικά, τις δικές του εμπειρίες, τις δικές του ευαισθησίες.
Συχνά ονομάζουμε «διαφορετικό» ό,τι δεν μας είναι οικείο. Όμως αν σταθούμε λίγο πιο προσεκτικά, θα δούμε ότι ταυτόχρονα μοιάζουμε πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Δύο χεράκια, δύο ματάκια, μια καρδιά που χτυπά. Με άλλα λόγια, ανήκουμε όλοι στο ίδιο ανθρώπινο είδος. Οι ομοιότητες είναι περισσότερες από τις διαφορές.
Πιστεύω επίσης, πως ο τρόπος με τον οποίο «αξιολογούμε» έναν άνθρωπο δεν πρέπει να βασίζεται σε εξωτερικά χαρακτηριστικά, σε συνθήκες ζωής ή σε κάτι που τον διαφοροποιεί επιφανειακά. Αυτό που έχει ουσία είναι η συμπεριφορά του απέναντί μας και απέναντι στους άλλους. Εκεί φαίνεται ο χαρακτήρας. Εκεί χτίζονται οι σχέσεις.
Για μένα, λοιπόν, το διαφορετικό δεν είναι κάτι που πρέπει να διορθωθεί ή να κρυφτεί. Είναι μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν είναι ενιαία, αλλά μοιρασμένη. Και όταν επιλέγουμε να βλέπουμε τον άνθρωπο μέσα από τις πράξεις του και όχι μέσα από τις ταμπέλες, τότε γινόμαστε πιο δίκαιοι, πιο συνειδητοί και, τελικά, πιο ανθρώπινοι.
Ποιες αντιδράσεις από το περιβάλλον σας ή από αναγνώστες σας σάς έχουν αγγίξει περισσότερο μετά τη δημοσίευση του βιβλίου;
Με έχουν αγγίξει περισσότερο οι ήσυχες αντιδράσεις. Όχι οι δημόσιες αναρτήσεις ή τα συγχαρητήρια, αλλά εκείνες οι στιγμές που κάποιος έρχεται κοντά μου και μου λέει χαμηλόφωνα «αυτό το ζήσαμε κι εμείς».
Μια μητέρα μου εκμυστηρεύτηκε ότι το παιδί της δεν μιλούσε για όσα περνούσε και πως, μετά την ανάγνωση του βιβλίου, άνοιξε μόνο του τη συζήτηση. Ένας εκπαιδευτικός το διάβασε στην τάξη και είδε τα παιδιά να κάνουν ερωτήσεις και να κοιτάζουν διαφορετικά έναν συμμαθητή τους. Αυτές οι μικρές μετακινήσεις έχουν για μένα μεγάλη αξία.
Επίσης, ένας πατέρας μου είπε πως το αυτάκι του παιδιού του έχει μια διαφορετική μορφή και ότι ήθελε να πάρει το βιβλίο για να απαλύνει αυτό που νιώθει το παιδάκι του. Το είπε ήσυχα, με μια αγωνία που δεν χρειαζόταν πολλές λέξεις. Εκεί ένιωσα πόσο βαθιά μπορεί να αγγίξει μια ιστορία όταν βρίσκει το σωστό χέρι για να την κρατήσει.
Και όταν παιδιά έρχονται και μου λένε «η Λεό είναι σαν εμένα, αντιμετωπίζει τους ίδιους φόβους», τότε καταλαβαίνω πως το βιβλίο δεν έμεινε απλώς μια αφήγηση. Έγινε καθρέφτης. Κι αυτό, για μένα, είναι η πιο ουσιαστική ανταπόκριση.
Ποιοι είναι οι χαρακτήρες που αγαπήσατε περισσότερο όταν γράφατε το βιβλίο και γιατί; Υπάρχει κάποιον με τον οποίο ταυτιστήκατε ιδιαίτερα;
Αγάπησα πολύ τη Λεό, γιατί μέσα της συνυπάρχουν η ευαλωτότητα και η δύναμη. Δεν είναι ένα παιδί που δεν φοβάται. Είναι ένα παιδί που φοβάται και συνεχίζει. Και αυτή η λεπτή ισορροπία ήταν για μένα πολύ συγκινητική όσο έγραφα.
Αγάπησα, όμως, και την κυρία Άνθια. Γιατί εκπροσωπεί τον ενήλικα που δεν αποφεύγει τη δύσκολη συζήτηση. Που δεν σιωπά από αμηχανία. Που επιλέγει να σταθεί μπροστά στα παιδιά με ειλικρίνεια και ευθύνη.
Αν ταυτίστηκα με κάποιον, νομίζω πως ήταν με εκείνον τον ενήλικα που προσπαθεί να βρει τις σωστές λέξεις. Που θέλει να προστατεύσει χωρίς να αποκρύψει. Που μαθαίνει μαζί με τα παιδιά, την ίδια στιγμή που τα καθοδηγεί.
Τι θα συμβουλεύατε έναν μικρό σας αναγνώστη που αισθάνεται ότι ο ίδιος είναι «διαφορετικός» και φοβάται την κρίση ή την αποδοκιμασία;
Θα του έλεγα πρώτα απ’ όλα ότι αυτό που τον κάνει να νιώθει «διαφορετικός» δεν είναι αδυναμία. Είναι ένα κομμάτι της ιστορίας του. Και η ιστορία του έχει αξία.
Θα του έλεγα ότι είναι φυσικό να φοβάται την κρίση. Όλοι τη φοβόμαστε. Αλλά το βλέμμα των άλλων δεν ορίζει ποιος είναι. Δεν χρειάζεται να μικρύνει τον εαυτό του για να γίνει αποδεκτός. Οι άνθρωποι που αξίζουν θα τον αγαπήσουν γι’ αυτό ακριβώς που είναι.
Και αν κάποια στιγμή νιώσει μόνος, να θυμάται πως δεν είναι. Υπάρχουν κι άλλα παιδιά που περνούν παρόμοιους φόβους, ακόμη κι αν δεν το λένε. Το σημαντικό είναι να μιλήσει. Σε έναν γονιό, σε έναν δάσκαλο, σε κάποιον που εμπιστεύεται. Γιατί όταν ο φόβος μοιράζεται, μικραίνει.
Το διαφορετικό δεν χρειάζεται να το κρύψει. Χρειάζεται χρόνο για να το καταλάβει και θάρρος για να το κρατήσει. Και αυτό το θάρρος, το έχει ήδη μέσα του.









