«Δυστυχώς το δημογραφικό είναι ένας μαραθώνιος που πρέπει να τρέξουμε με ρυθμό σπριντ», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την πίεση που ασκεί το πρόβλημα στις κοινωνίες και στις κυβερνήσεις.
«Για χρόνια δεν υπήρχε οργανωμένη αντιμετώπιση»
Η υπουργός υποστήριξε ότι μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε ουσιαστική και συστηματική ενασχόληση με το δημογραφικό, κυρίως επειδή τα αποτελέσματα των πολιτικών παρεμβάσεων φαίνονται μετά από πολλά χρόνια, ενώ το πολιτικό κόστος είναι άμεσο.
Όπως εξήγησε, πλέον υπάρχει αυτόνομο υπουργείο αλλά και συγκεκριμένο εθνικό σχέδιο δράσης, με στόχο να υπάρξει πιο συντονισμένη πολιτική γύρω από τη στήριξη της οικογένειας και την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας.
«Δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα»
Η κ. Μιχαηλίδου επέμεινε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η υπογεννητικότητα δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, αλλά σχεδόν όλες τις ανεπτυγμένες χώρες του ΟΟΣΑ. Έφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Νότια Κορέα, όπου ο δείκτης γονιμότητας έχει πέσει στο 0,6 παιδί ανά γυναίκα, ενώ σημείωσε ότι η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 1,34.
Παράλληλα, ανέφερε ότι ακόμη και χώρες με ισχυρό κοινωνικό κράτος, όπως η Νορβηγία και η Σουηδία, καταγράφουν επίσης χαμηλούς δείκτες γεννήσεων, κοντά στο 1,4 και 1,5 αντίστοιχα. Όπως είπε, μοναδική εξαίρεση αποτελεί το Ισραήλ, που εμφανίζει σημαντικά υψηλότερη γεννητικότητα.
Σύμφωνα με την υπουργό, τα στοιχεία δείχνουν ότι το δημογραφικό δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα αλλά και βαθιά κοινωνικό και πολιτισμικό. Όπως ανέφερε, πολλές οικογένειες που βελτιώνουν το εισόδημά τους επιλέγουν να επενδύσουν περισσότερους πόρους στα παιδιά που ήδη έχουν αντί να αποκτήσουν περισσότερα.
Τα μέτρα στήριξης οικογένειας και γονέων
Η υπουργός εξήγησε ότι η κυβερνητική στρατηγική στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: οικονομικές ενισχύσεις, φορολογικά κίνητρα και ενίσχυση κοινωνικών υπηρεσιών. Αναφέρθηκε σε επιδόματα, φορολογικές απαλλαγές που συνδέονται με τον αριθμό των παιδιών, αλλά και σε πολιτικές που στοχεύουν στη διευκόλυνση της καθημερινότητας των εργαζόμενων γονέων.
«Δεν είναι πλέον ταυτόσημη η μεγάλη οικογένεια με τη φτώχεια», σημείωσε, τονίζοντας ότι χρειάζεται να αλλάξει συνολικά η κοινωνική αντίληψη γύρω από την οικογένεια και τη γονεϊκότητα.
Το χάσμα ανάμεσα στη μητρότητα και την εργασία
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη δυσκολία συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, υποστηρίζοντας ότι το χάσμα αυτό εξακολουθεί να υπάρχει, αν και σταδιακά περιορίζεται. Η κ. Μιχαηλίδου τόνισε ότι η οικονομική κρίση αλλά και το κύμα φυγής νέων ανθρώπων στο εξωτερικό επιβάρυναν σημαντικά το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε σε νέα μέτρα στήριξης εργαζόμενων γονέων, όπως το επίδομα μητρότητας για ελεύθερες επαγγελματίες και αγρότισσες, η άδεια πατρότητας και ειδικές παρεμβάσεις για εργαζόμενους σε απομακρυσμένες περιοχές.
Ως παράδειγμα ανέφερε τις πρωτοβουλίες που εφαρμόζονται στον Έβρος για εκπαιδευτικούς, γιατρούς και εργαζόμενους, ακόμη και μέσα από συνεργασίες με την Eurobank, ώστε να ενισχυθεί η παραμονή νέων οικογενειών στην περιφέρεια.
«Έχει αλλάξει η αντίληψη γύρω από την οικογένεια»
Η υπουργός στάθηκε ιδιαίτερα και στη μεταβολή της κοινωνικής νοοτροπίας γύρω από τη δημιουργία οικογένειας. Όπως είπε, στις προηγούμενες γενιές θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητο ότι η επαγγελματική και η οικογενειακή ζωή μπορούν να συνυπάρχουν. Σήμερα όμως οι νέοι άνθρωποι βιώνουν πολύ μεγαλύτερη αβεβαιότητα για το μέλλον.
«Στο υποσυνείδητο των προηγούμενων γενιών η δημιουργία οικογένειας και επαγγελματικής ζωής ήταν πιο συμβατές έννοιες. Πλέον δεν είναι έτσι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί»
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η Δόμνα Μιχαηλίδου υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ακόμη αντιμετωπίσει το δημογραφικό με την ένταση που απαιτείται. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις εξελίξεις της τεχνολογίας και της ιατρικής, σημειώνοντας ότι μπορούν να βοηθήσουν τις γυναίκες να αποκτήσουν παιδιά σε μεγαλύτερες ηλικίες, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το πρόβλημα θα λυθεί αυτόματα.
«Δεν μπορούμε να θεωρούμε δεδομένο ότι η τεχνολογία θα λύσει από μόνη της το δημογραφικό», υπογράμμισε, τονίζοντας ότι απαιτείται συνολική αλλαγή πολιτικών, υποδομών αλλά και κοινωνικών αντιλήψεων.