Πέρασαν δέκα λεπτά ή μία ώρα; Είναι καλά; Μήπως βιαστήκαμε; Οι «πρώτες φορές» των παιδιών έχουν μια παράξενη διπλή όψη: είναι στιγμές που περιμένουμε με περηφάνια και, όταν φτάνουν, θέλουμε λίγο χρόνο ακόμη. Κάθε καινούργιο βήμα τους μάς ζητά να μάθουμε κι εμείς κάτι: πώς να είμαστε κοντά ενώ η απόσταση μεγαλώνει.
Το άγνωστο αφήνει χώρο στα χειρότερα σενάρια
Όσο γνωρίζουμε το περιβάλλον του παιδιού, αισθανόμαστε ότι μπορούμε να προβλέψουμε περισσότερα. Ξέρουμε ποιος θα το παρηγορήσει, πού δυσκολεύεται, πότε χρειάζεται βοήθεια. Μια καινούργια εμπειρία διακόπτει αυτή την οικειότητα. Δεν έχουμε ακόμη εικόνα και συχνά τη συμπληρώνουμε με υποθέσεις: «Κι αν μείνει μόνο του;», «Κι αν ντραπεί να ζητήσει βοήθεια;».
Το ότι μπορούμε να φανταστούμε κάτι δυσάρεστο, όμως, δεν σημαίνει ότι αυτό πρόκειται να συμβεί. Μια χρήσιμη ερώτηση είναι: «Τι γνωρίζω πραγματικά και τι υποθέτω αυτή τη στιγμή;» Η απάντηση μπορεί να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε ποια πληροφορία χρειαζόμαστε και ποιο σενάριο απλώς ανακυκλώνουμε μέσα στο μυαλό μας.
Μαζί με το παιδί αλλάζει και η θέση μας
Κάποιες φορές, πίσω από την ανησυχία υπάρχει και μια μικρή στενοχώρια που δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε. Μέχρι χθες μας ζητούσε να καθόμαστε δίπλα του. Σήμερα θέλει να δοκιμάσει χωρίς εμάς. Μπορεί να χαιρόμαστε και ταυτόχρονα να μας λείπει ήδη η προηγούμενη φάση.
Αυτά τα συναισθήματα χωρούν στην ίδια καρδιά. Μπορεί επίσης μια δική μας δύσκολη ανάμνηση, από το σχολείο ή μια παρέα, να χρωματίζει την προσμονή. Αξίζει τότε να αναρωτηθούμε: «Ακούω αυτό που μου λέει το παιδί μου ή θυμάμαι αυτό που πέρασα εγώ;». Η εμπειρία του παιδιού χρειάζεται χώρο για να είναι δική του, ακόμη κι όταν μας θυμίζει έντονα τη δική μας.
Προετοιμάζουμε το επόμενο βήμα σε μικρές δόσεις
Η προετοιμασία γίνεται πιο χρήσιμη όταν αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο. Πριν από τον παιδικό σταθμό, μπορούμε να γνωρίσουμε τον χώρο και τον άνθρωπο που θα το φροντίζει. Πριν από έναν μεγαλύτερο αποχωρισμό, να δοκιμάσουμε έναν σύντομο με έμπιστο πρόσωπο. Η UNICEF προτείνει αυτή τη σταδιακή εξοικείωση, μαζί με έναν σύντομο, ήρεμο αποχαιρετισμό και σαφή εξήγηση για την επιστροφή μας.
Το παιδί βοηθιέται όταν ξέρει τι περίπου θα συμβεί και σε ποιον μπορεί να απευθυνθεί. Αντίστοιχα, για ένα μεγαλύτερο παιδί, συμφωνούμε πού θα βρίσκεται, πώς θα επικοινωνήσουμε και τι θα κάνει αν αλλάξει το πρόγραμμα. Προσαρμόζουμε τις συμφωνίες στην ηλικία, στις δυνατότητές του και στις συνθήκες.
Ακούμε πριν αποφασίσουμε ότι φοβάται
«Έχεις άγχος;», «Μήπως δεν θέλεις να πας;», «Είσαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις;». Μερικές φορές οι ερωτήσεις μας περιγράφουν περισσότερο τη δική μας αγωνία. Μπορούμε να ξεκινήσουμε πιο ανοιχτά: «Πώς σου φαίνεται που αύριο θα πας πρώτη φορά;». Και να περιμένουμε την απάντηση, ακόμη κι αν είναι «τέλεια». Αν εκφράσει φόβο, τον παίρνουμε στα σοβαρά και σκεφτόμαστε μαζί τι θα βοηθούσε.
Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής συστήνει κατανόηση και υποστηρικτική συζήτηση για τις ανησυχίες των παιδιών. Δεν χρειάζεται να υποσχεθούμε ότι όλα θα πάνε τέλεια. Μπορούμε να πούμε: «Ίσως στην αρχή νιώσεις αμήχανα. Μπορείς να ζητήσεις βοήθεια και μετά θα μου πεις πώς ήταν».
Φροντίζουμε και τη δική μας αναμονή
Αφού έχουμε οργανώσει όσα χρειάζονται, έρχεται το δύσκολο κομμάτι: να αντέξουμε τον χρόνο μέχρι να ξανασυναντηθούμε. Βοηθά να έχουμε κανονίσει κάτι απλό, μια δουλειά, έναν περίπατο, μια συζήτηση με άνθρωπο που μας καταλαβαίνει. Αν πιάνουμε τον εαυτό μας να θέλει διαρκώς επιβεβαίωση, μπορούμε να επιστρέψουμε στη συμφωνία επικοινωνίας που έχουμε ήδη κάνει.
Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής τονίζει ότι η υποστήριξη των ίδιων των γονιών έχει σημασία, καθώς τα παιδιά αντιλαμβάνονται την ένταση των ενηλίκων. Δεν χρειάζεται να αισθανόμαστε ενοχές επειδή αγχωνόμαστε. Χρειάζεται να βρίσκουμε ενήλικες με τους οποίους μπορούμε να μοιραστούμε την αγωνία μας, χωρίς να ζητάμε από το παιδί να μας καθησυχάζει.
Μια δύσκολη αρχή χρειάζεται προσοχή και χρόνο
Ένα παιδί μπορεί να κλάψει στον αποχαιρετισμό ή να επιστρέψει από μια δραστηριότητα λέγοντας «δεν μου άρεσε». Ακούμε τι ακριβώς συνέβη, ρωτάμε τι το δυσκόλεψε και, όπου χρειάζεται, μιλάμε με τον υπεύθυνο ενήλικα. Η προσαρμογή έχει διαφορετικό ρυθμό για κάθε παιδί.
Αν υπάρχει συγκεκριμένο πρόβλημα ασφάλειας ή κακής μεταχείρισης, παρεμβαίνουμε. Αν η ανησυχία επιμένει και εμποδίζει την καθημερινότητά του, αναζητούμε καθοδήγηση από παιδίατρο ή ειδικό ψυχικής υγείας. Το ίδιο δικαιούμαστε να κάνουμε για το δικό μας άγχος όταν μας κατακλύζει. Η αυτονομία χτίζεται με υποστήριξη και ευκαιρίες για δοκιμή, στον βαθμό που το παιδί μπορεί κάθε φορά να τις αξιοποιήσει.
Και κάποια στιγμή γυρίζει. Πετάει την τσάντα, ζητάει φαγητό, διηγείται κάτι που δεν είχαμε καν φανταστεί. Εμείς είχαμε σκεφτεί δεκαπέντε κινδύνους κι εκείνο θυμάται ένα αστείο. Υπάρχει κάτι συγκινητικό σε αυτή τη διαφορά. Ο κόσμος του αποκτά στιγμές στις οποίες απουσιάζουμε, ανθρώπους που γνωρίζει μόνο του, μικρές ιστορίες που επιλέγει να μας φέρει. Κάθε «πρώτη φορά» μάς καλεί να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα το παιδί που μεγαλώνει μπροστά μας. Να προσέξουμε τι μπορεί πια να κάνει. Και να το υποδεχτούμε με ενδιαφέρον, αφήνοντάς το να μας πει τη δική του ιστορία, όταν νιώσει έτοιμο.