Δεν ήμουν ακόμα βέβαιη αν το να γίνω συνειδητά single μητέρα ήταν κάτι για το οποίο ένιωθα απολύτως έτοιμη. Άρχισα όμως να το αναφέρω σε λίγους πολύ κοντινούς φίλους. Ήθελα να ακούσω τις απόψεις τους, αλλά και να ακούσω τον ίδιο μου τον εαυτό να το λέει δυνατά, μήπως έτσι καταλάβαινα καλύτερα τι πραγματικά ένιωθα.
«Με τίποτα!» αντέδρασε η φίλη μου. Η απάντησή της ήταν τόσο απότομη που τα λόγια της με χτύπησαν σχεδόν σωματικά. «Είναι αδύνατο ακόμα και με σύντροφο», είπε. «Γιατί να το σκεφτείς ποτέ αυτό μόνη σου;»
Προσπάθησα να βρω μερικά επιχειρήματα, αλλά η παντελής έλλειψη στήριξης και ενθουσιασμού με αποσυντόνισε. Η απογοήτευση που ένιωσα από την αντίδρασή της ήταν βαθιά.
Από παιδί ήξερα ότι αγαπώ τα μωρά
Ως παιδί, ήμουν κυριολεκτικά παθιασμένη με τα μωρά. Αν με ρωτούσε κανείς αν θέλω παιδιά όταν μεγαλώσω, απαντούσα με ενθουσιασμό ότι θέλω 11 μωρά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να ακολουθώ μια έγκυο γειτόνισσα, ρωτώντας την αν μπορώ να φροντίζω το παιδί της όταν γεννηθεί. Δέχτηκε, και από τότε περνούσα κάθε απόγευμα μετά το σχολείο στο σπίτι της.
Στα 12 μου, με εμπιστευόταν αρκετά ώστε να με αφήνει να κρατάω το παιδί όταν έλειπε, αρκεί η μητέρα μου να ήταν λίγα σπίτια πιο κάτω. Πόσο διαφορετικές ήταν τότε οι εποχές. Είχα οργανώσει ακόμη και ένα μικρό «θερινό καμπ» για τα μικρότερα παιδιά της γειτονιάς, με δραστηριότητες και παιχνίδια. Με λίγα λόγια, η αγάπη μου για τα μωρά και τα παιδιά ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς μου.
Κάπου όμως στην πορεία, αυτή η βεβαιότητα άρχισε να ξεθωριάζει. Πήγα στο πανεπιστήμιο και στη Νομική, αποφοίτησα πρώτη στην τάξη μου και προσλήφθηκα σε ένα ιδιαίτερα φημισμένο δικηγορικό γραφείο, την περίοδο της έκρηξης της Silicon Valley.
Αφοσιωμένη στην καριέρα μου, δούλευα εξαντλητικές ώρες. Και όταν δεν δούλευα, ζούσα έντονα. Ταξίδια, ακριβά δείπνα, μαθήματα τέχνης και ξένων γλωσσών, ξενύχτια στην παραλία για να παρακολουθώ βροχές μετεωριτών. Η αυθορμησία με χαρακτήριζε απόλυτα.
Οι σχέσεις, όμως, δεν ήταν το δυνατό μου σημείο. Δεν έκανα καμία συνειδητή προσπάθεια να βρω τον άνθρωπό μου. Παρασυρόμουν από έρωτες που κρατούσαν περισσότερο στο μυαλό μου παρά στην πραγματικότητα και παρέμενα συναισθηματικά δεμένη με άντρες πολύ μετά τον χωρισμό.
Την ίδια στιγμή, οι περισσότερες φίλες μου που ήθελαν παιδιά είχαν ξεκάθαρο στόχο. Χρησιμοποιούσαν dating sites, έβγαιναν με συγκεκριμένη πρόθεση, ακόμη και προξενητές είχαν επιστρατεύσει. Πολύ σύντομα παντρεύτηκαν και άρχισαν να κάνουν παιδιά.
Όταν με ρωτούσαν αν θέλω κι εγώ παιδιά, απαντούσα σχεδόν αυτόματα: «Δεν ξέρω. Είναι μια απόφαση που θέλω να πάρω μαζί με τον σύντροφό μου, όταν τον βρω». Απλώς, ο σύντροφος αυτός δεν εμφανίστηκε ποτέ.
Λίγα χρόνια μετά τη Νομική, το σώμα μου κατέρρευσε. Οι ατελείωτες ώρες δουλειάς, η έλλειψη ύπνου και το έντονο στρες με οδήγησαν σε χρόνιο πόνο. Έφτασα στο σημείο να δυσκολεύομαι να φροντίσω ακόμα και τον εαυτό μου. Παραιτήθηκα από την καριέρα που όλοι θεωρούσαν «όνειρο» και αφιέρωσα χρόνια στη θεραπεία και στον επαναπροσδιορισμό της ζωής μου.
Κι όμως, ακόμα και τότε, παρέμενα συνεχώς απασχολημένη. Μόνο που το κέντρο της ζωής μου ήταν πια η υγεία. Ταξίδευα συχνά, συμμετείχα σε retreats Qigong, είχα ερωτευτεί τον κουβανέζικο salsa χορό και χόρευα τρεις με τέσσερις νύχτες την εβδομάδα.
Είχα βυθιστεί στον κόσμο του mind, body και soul. Σπούδαζα life coaching, έπαιρνα πιστοποιήσεις σε σωματικές πρακτικές όπως Feldenkrais, Qigong, διαλογισμό, Integral Coaching. Η ζωή, με έναν τρόπο, ήταν όμορφη.
Όταν κατάλαβα ότι κάτι λείπει
Κι όμως, πλησίαζα τα 40 και σύντροφος δεν υπήρχε πουθενά. Καθώς το παράθυρο της γονιμότητάς μου άρχισε να κλείνει, αναγκάστηκα να αντιμετωπίσω ένα ερώτημα που μέχρι τότε απέφευγα: ήθελα πραγματικά παιδιά, με ή χωρίς σύντροφο;
Δεν πανικοβλήθηκα. Γύρω μου έβλεπα γυναίκες να κάνουν παιδιά στα τέλη των 30 και στα 40. Η ίδια μου η μητέρα με είχε γεννήσει στα 39. Πίστευα ότι η γενιά μου είχε αποδείξει πως η μητρότητα αργότερα στη ζωή είναι εφικτή και ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και πιο συνειδητή.
Χρειάστηκε πάνω από ένας χρόνος σκέψης για να αποφασίσω αν ήμουν έτοιμη για τη μοναχική μητρότητα. Όσο κι αν αγαπούσα τα παιδιά, δεν ήξερα αν μπορούσα να αποχωριστώ την ελευθερία και την αυθορμησία που χαρακτήριζαν τη ζωή μου.
Ποια θα ήμουν αν δεν μπορούσα να ταξιδεύω όποτε ήθελα, να φεύγω ξαφνικά για retreats, να ξενυχτάω χορεύοντας, να δοκιμάζω νέα εστιατόρια και φεστιβάλ; Την ίδια στιγμή, όμως, άρχισε να εμφανίζεται και το αντίθετο ερώτημα. Τι θα γινόταν αν η ζωή μου γινόταν τελικά άδεια, αν το μόνο που είχα να φροντίζω ήταν ο εαυτός μου;
Ήδη ένιωθα ότι τα ταξίδια και οι εμπειρίες δεν μου προκαλούσαν πια την ίδια συγκίνηση. Κάτι μέσα μου άλλαζε. Κάτι βαθύτερο με καλούσε.
Μέχρι που, μια μέρα, ο δάσκαλός μου μου είπε: «Έχεις παρατηρήσει ότι κλαις κάθε φορά που μιλάς για το ενδεχόμενο να μην κάνεις παιδί;»
Είχε δίκιο. Και αυτή η συνειδητοποίηση με συγκλόνισε.
Από εκείνη τη στιγμή, άρχισα να βλέπω τη ζωή μου αλλιώς. Άρχισα να εμπιστεύομαι την αγάπη που μεγάλωνε μέσα μου και τη δύναμή μου να αντέχω την αβεβαιότητα.
Όταν κοίταξα ειλικρινά το μέλλον μου, κατάλαβα ότι αν συνέχιζα να ζω μόνο για μένα, θα κατέληγα βαριεστημένη και ανεκπλήρωτη. Ήθελα να προσφέρω. Και συνειδητοποίησα ότι ήθελα να προσφέρω σε ένα παιδί.
Λίγο αργότερα, σε έναν διαλογισμό, είδα ένα όραμα. Ένα μικρό κορίτσι με ροζ, φρου-φρου φόρεμα, να κουνιέται σε μια κούνια, μια φωτεινή ανοιξιάτικη μέρα. Εκείνη τη στιγμή, κάθε αμφιβολία εξαφανίστηκε. Ήξερα. Ήμουν έτοιμη να γίνω μητέρα.
Μετάφραση από yourtango.com









