Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Γιώργος Μαζωνάκης: το παιδί της νύχτας που «έφυγε» νωρίς

Γιώργος Μαζωνάκης: το παιδί της νύχτας που «έφυγε» νωρίς

Ο Γιώργος Μαζωνάκης, ένας από τους πιο ιδιαίτερους και αναγνωρίσιμους καλλιτέχνες του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού, έφυγε από τη ζωή το μεσημέρι της Τετάρτης, σε ηλικία 54 ετών. Ο θάνατός του ήρθε λίγες ημέρες πριν από την επετειακή συναυλία που επρόκειτο να δώσει στην Τεχνόπολη, γιορτάζοντας 33 χρόνια μουσικής διαδρομής.

Τα τελευταία χρόνια είχε βρεθεί αντιμέτωπος με μια σκληρή οικογενειακή σύγκρουση, η οποία είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις και τον είχε επιβαρύνει ψυχικά. Παρ’ όλα αυτά, έδειχνε έτοιμος να ανοίξει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Η λέξη «επανεκκίνηση», βέβαια, μάλλον δεν του ταίριαζε. Ο Μαζωνάκης δεν συνήθιζε να ξεκινά από την αρχή. Προτιμούσε να συνεχίζει από το σημείο όπου οι άλλοι πίστευαν ότι είχε τελειώσει.

Υπήρξε ένας χαρισματικός ερμηνευτής, ένας λαϊκός τραγουδιστής με ροκ ένστικτο και ένας καλλιτέχνης που μετέτρεπε κάθε εμφάνισή του σε παράσταση. Δεν αρκούνταν να τραγουδά. Έπλαθε έναν ολόκληρο κόσμο επάνω στη σκηνή, χρησιμοποιώντας τη φωνή, το σώμα, το βλέμμα, τα ρούχα και τις σιωπές του.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης σε συνέντευξη σε ηλικία 20 ετών:

@giorgosmazonakis_fanclub #μαζωνακης #osozwmazw #Mazw #FanclubMazw #Μαζω #mazonakis ♬ πρωτότυπος ήχος - Giorgos Mazonakis

Το διαφορετικό παιδί από τη Νίκαια

Όσοι τον γνώριζαν καλά έλεγαν χαριτολογώντας ότι όταν γεννήθηκε δεν έκλαψε, αλλά τραγούδησε. Ήδη από τα παιδικά του χρόνια στη Νίκαια ήταν φανερό ότι δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα αγόρια της γειτονιάς. Την εποχή που οι αλάνες γέμιζαν από αυτοσχέδιους ποδοσφαιρικούς αγώνες, εκείνος έμπαινε στο γήπεδο χωρίς καμία πραγματική διάθεση να παίξει.

Το ποδόσφαιρο δεν τον συγκινούσε. Αντίθετα, η μουσική και η υποκριτική είχαν από πολύ νωρίς κερδίσει τη φαντασία του. Όταν τον ρωτούσαν τι ήθελε να γίνει μεγαλώνοντας, απαντούσε χωρίς δισταγμό: ηθοποιός ή τραγουδιστής. Τελικά, με τον δικό του τρόπο, κατάφερε να γίνει και τα δύο.

Οι γονείς του δεν αντιλήφθηκαν αμέσως πόσο σοβαρά έβλεπε το όνειρό του. Εκείνοι ενδιαφέρονταν πρωτίστως να μεγαλώσουν έναν σωστό άνθρωπο, με αρχές και καλούς τρόπους. Ο γιος τους, όμως, άκουγε Στέλιο Καζαντζίδη και Στράτο Διονυσίου και ένιωθε ότι μέσα σε αυτές τις φωνές αναγνώριζε κάτι δικό του. Αργότερα θα έλεγε ότι μάλλον ήταν από την αρχή προορισμένος να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο.

Στο σχολείο δεν υπήρξε ιδιαίτερα επιμελής. Προτιμούσε να λέει ότι δεν ήταν καλός μαθητής, καθώς απεχθανόταν τη λέξη «μέτριος». Ίσως επειδή ο ίδιος δεν άντεχε τη μετριότητα, κυρίως όταν επρόκειτο για τη δουλειά του.

Στα χρόνια της εφηβείας του έζησε και τους πρώτους του έρωτες. Μεγαλώνοντας, αντιμετώπισε την έννοια του έρωτα με πιο σύνθετο και σχεδόν φιλοσοφικό τρόπο. Για εκείνον, το συναίσθημα δεν προϋπέθετε πάντοτε ανταπόκριση, αφού μπορούσε να αποτελεί προσωπική ανάγκη εκείνου που το βίωνε. Ο πρώτος μεγάλος και αδιαπραγμάτευτος έρωτάς του, πάντως, υπήρξε η σκηνή.

Η πρώτη του εμφάνιση στα δεκαπέντε

Στο πολυκλαδικό λύκειο του Αιγάλεω συμμετείχε με πάθος στις θεατρικές παραστάσεις που παρουσίαζαν οι μαθητές στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Μέσα από αυτές τις παραστάσεις ανακάλυψε τη δύναμη της μεταμόρφωσης και τη γοητεία που ασκούσε επάνω του η επαφή με το κοινό.

Λίγο αργότερα, στον δρόμο ανάμεσα στο σπίτι και το σχολείο, πρόσεξε την επιγραφή ενός κοντινού κέντρου που λεγόταν «Μουσικό Ρετιρέ». Το μαγαζί στεγαζόταν στον πρώτο όροφο ενός κτιρίου και από έξω διακρίνονταν τα φώτα της μικρής σκηνής. Αναρωτήθηκε αν θα κατάφερνε ποτέ να τραγουδήσει εκεί. Η απάντηση θα ερχόταν πολύ νωρίτερα απ’ όσο φανταζόταν.

Ένα βράδυ, φεύγοντας από ένα σχολικό πάρτι μαζί με μια νεαρή θεία του, πήγε στο μαγαζί και παρουσιάστηκε στον ιδιοκτήτη σαν τραγουδιστής. Εκείνος αντιμετώπισε με δυσπιστία τον δεκαπεντάχρονο που στεκόταν μπροστά του. Ο Μαζωνάκης, ωστόσο, δεν πτοήθηκε από την απόρριψη. Επέστρεψε ξανά και ξανά, μέχρι που τελικά κατάφερε να πάρει την ευκαιρία που ζητούσε.

Στις αρχές του 1987 ανέβηκε για πρώτη φορά επαγγελματικά στο πάλκο, έχοντας προηγουμένως πιει δύο ή τρία ποτά για να νικήσει το άγχος του. Ήταν το τελευταίο όνομα του προγράμματος, όμως είχε ήδη κάνει το πρώτο ουσιαστικό βήμα προς τη ζωή που ονειρευόταν.

Η οικογένεια στην πρώτη σειρά

Στην πρώτη του εμφάνιση το «Μουσικό Ρετιρέ» γέμισε από συγγενείς. Γονείς, θείοι, θείες και ξαδέλφια πήγαν να στηρίξουν τον έφηβο τραγουδιστή. Εκείνος, γεμάτος ενθουσιασμό και αμηχανία, άρχισε να τους χαιρετά έναν προς έναν από το μικρόφωνο. Η βραδιά ηχογραφήθηκε σε κασέτα, την οποία φύλαξε η μητέρα του ως πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο.

Πριν ακόμη κάνει το ντεμπούτο του, είχε θελήσει να μάθει αν διέθετε πραγματικό ταλέντο. Μέσω της Νέλλης Γκίνη απευθύνθηκε στη δασκάλα φωνητικής Άννα Διαμαντοπούλου. Στο πρώτο μάθημα εμφανίστηκε μαζί με τους γονείς του και έναν φίλο του πιανίστα, αποφασισμένος να είναι προετοιμασμένος για κάθε ενδεχόμενο. Η δασκάλα αναγνώρισε αμέσως τη φυσική του ικανότητα και ανέλαβε να τον εκπαιδεύσει τεχνικά.

Την ίδια περίπου εποχή, ο δεκαπεντάχρονος Μαζωνάκης πήγε να ακούσει τη Μαρινέλλα στο «Rex». Μετά το τέλος του προγράμματος μπήκε στο καμαρίνι της, της έδωσε συγχαρητήρια και συστήθηκε ως «Γιώργος Μαζωνάκης, συνάδελφος». Η σπουδαία ερμηνεύτρια γέλασε με την αυτοπεποίθηση του εφήβου και του ευχήθηκε καλή επιτυχία.

Ύστερα από περίπου πέντε μήνες στο «Μουσικό Ρετιρέ», μετακινήθηκε σε μεγαλύτερο κέντρο του Πειραιά. Σύντομα άρχισε να ταξιδεύει και να εργάζεται σε νυχτερινά μαγαζιά σε όλη την Ελλάδα.

Η επαρχία που έγινε το μεγάλο του σχολείο

Η Καβάλα, η Αλεξανδρούπολη, η Ρόδος και κυρίως η Πάτρα αποτέλεσαν σημαντικούς σταθμούς της πρώτης περιόδου της καριέρας του. Ο ίδιος θεωρούσε την επαρχία ένα απαιτητικό, αλλά πολύτιμο σχολείο. Σε αντίθεση με την Αθήνα, όπου ένας νέος τραγουδιστής μπορούσε να πει μόλις ένα τραγούδι στο πρόγραμμα, στα περιφερειακά κέντρα είχε την ευκαιρία να δουλέψει πραγματικά τη φωνή, την παρουσία και την επικοινωνία του με το κοινό.

Στην Πάτρα πήγε για μία σεζόν και τελικά έμεινε τρία χρόνια. Η πρώτη του εμφάνιση στο «Zoom», δίπλα στη Νέλλη Γκίνη, δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε. Το κοινό παρέμεινε σχεδόν αδιάφορο και εκείνος επέστρεψε στο καμαρίνι αποφασισμένος να φύγει. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, Νίκος Μπούφης, τον έπεισε να μείνει, διαβεβαιώνοντάς τον ότι την επόμενη ημέρα όλα θα ήταν διαφορετικά.

Πράγματι, το αμέσως επόμενο βράδυ η αντίδραση του κόσμου άλλαξε εντυπωσιακά. Ο νεαρός τραγουδιστής αποθεώθηκε και σύντομα έγινε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ονόματα της νυχτερινής Πάτρας. Εμφανίστηκε σε γνωστά κέντρα της πόλης, όπως η «Ουτοπία», η «Παριζιάνα» και ο «Φάρος», κερδίζοντας χρήματα, εμπειρία και ένα φανατικό κοινό.

Το πρώτο δισκογραφικό συμβόλαιο

Οι φήμες για έναν νέο τραγουδιστή που προκαλούσε ενθουσιασμό στην Πάτρα έφτασαν σταδιακά στην Αθήνα. Ανάμεσα στους ανθρώπους που διέκριναν νωρίς τη δυναμική του ήταν ο Τάκης Ζαχαράτος και ο Μιχάλης Ασλάνης.

Ο Ασλάνης έπεισε τον Νίκο Μουρατίδη να ταξιδέψει στην Πάτρα για να τον ακούσει. Ο Μουρατίδης εργαζόταν τότε στην Polygram και δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με το λαϊκό τραγούδι. Μετά την εμφάνιση, όμως, ζήτησε από τον νεαρό τραγουδιστή μία φωτογραφία και μετέφερε το όνομά του στους υπεύθυνους του ελληνικού ρεπερτορίου.

Η εταιρεία έστειλε στην Πάτρα τον έμπειρο παραγωγό Γιώργο Μακράκη. Εκείνος κατάλαβε γρήγορα ότι είχε απέναντί του έναν καλλιτέχνη με ξεχωριστή σκηνική παρουσία. Όταν του πρότεινε να ανέβει στην Αθήνα για να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο, ο Μαζωνάκης απάντησε ότι δεν είχε χρήματα για να χρηματοδοτήσει την παραγωγή. Ο Μακράκης τού εξήγησε ότι η εταιρεία ήταν διατεθειμένη να επενδύσει σε εκείνον.

Ακόμη και όταν βρέθηκε μπροστά στο πρώτο του συμβόλαιο, ο Μαζωνάκης δίστασε να υπογράψει. Προφασίστηκε ότι έπρεπε προηγουμένως να το διαβάσει ο δικηγόρος του, παρόλο που δεν διέθετε δικηγόρο. Επέστρεψε στην Πάτρα αφήνοντας το συμβόλαιο ανυπόγραφο και χρειάστηκε η επίμονη παρέμβαση του Μουρατίδη για να γυρίσει στην Αθήνα και να ολοκληρώσει τη συμφωνία.

Από την απογοήτευση στις πρώτες μεγάλες επιτυχίες

Ο πρώτος του δίσκος κυκλοφόρησε το 1993, χωρίς να γνωρίσει την επιτυχία που περίμενε. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη, αλλά δεν τον έκανε να εγκαταλείψει. Το επόμενο άλμπουμ περιλάμβανε το «Μη μου ζητάς να αλλάξω γνώμη» και το «Ανήκω σε μένα», δύο τραγούδια που έβαλαν τη φωνή και το όνομά του στον χάρτη του λαϊκού τραγουδιού.

Την ίδια περίοδο γνώρισε τη Ρίτα Σακελλαρίου, με την οποία ανέπτυξε μια ζεστή φιλία. Ο ίδιος δεν είχε πολλούς στενούς φίλους. Δούλευε ασταμάτητα και ταυτόχρονα προστάτευε με μεγάλη επιμονή τον προσωπικό του χώρο. Παρέμενε, πάντως, συνδεδεμένος με ορισμένους παλιούς συμμαθητές του, ακόμη και με εκείνους που στην εφηβεία αστειεύονταν εις βάρος της φιλοδοξίας του να γίνει τραγουδιστής.

Φεύγοντας από το πατρικό σπίτι στη Νίκαια, εγκαταστάθηκε στην Κυψέλη, στη Φωκίωνος Νέγρη. Ακολούθησε μια εξαντλητική σεζόν εννέα μηνών στο «Caravan», δίπλα στον Στέλιο Ρόκκο, τον Τάκη Ζαχαράτο και τον Βασίλη Παϊτέρη, χωρίς ούτε μία ημέρα ανάπαυσης. Παράλληλα, επισκεπτόταν μικρούς και πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, καθώς και τοπικά τηλεοπτικά κανάλια, προσπαθώντας να προωθήσει τη δουλειά του.

Οι δεκαοκτώ μήνες στον στρατό

Το 1996, ενώ η καριέρα του άρχιζε να αποκτά δυναμική, κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Παρουσιάστηκε αρχικά στην Κόρινθο και στη συνέχεια στη Σπάρτη, ενώ η πρώτη του μετάθεση ήταν στο Πετροχώρι της Ξάνθης.

Η προσαρμογή στη στρατιωτική καθημερινότητα αποδείχθηκε δύσκολη. Ο συνωστισμός στον θάλαμο, η απώλεια της ιδιωτικότητας και η απόσταση από τη μουσική τον επιβάρυναν έντονα. Παρά το γεγονός ότι επικοινωνούσε με τους υπόλοιπους στρατιώτες, ένιωθε βαθιά μοναξιά. Του έλειπαν οι συνεργάτες, οι άνθρωποί του και κυρίως η πίστα.

Ακόμη και εκεί, πάντως, δεν έχανε την ιδιαίτερη τόλμη του. Ένα βράδυ έφυγε κρυφά από το στρατόπεδο μαζί με τέσσερις άλλους στρατιώτες για να διασκεδάσουν στην Ξάνθη. Παρά τις αντιρρήσεις των συντρόφων του ότι κανένα καλό κλαμπ δεν θα τους δεχόταν με στρατιωτικά ρούχα, τους οδήγησε σε ένα από τα καλύτερα μαγαζιά της πόλης. Όχι μόνο μπήκαν, αλλά τους κέρασαν και, στο τέλος της βραδιάς, ο ιδιοκτήτης τούς επέστρεψε στο στρατόπεδο.

Ολοκλήρωσε τη θητεία του το 1998 και επέστρεψε στη μουσική, χωρίς να γνωρίζει ότι σύντομα θα αντιμετώπιζε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ζωής του.

Η σύλληψη που τον ταρακούνησε

Μετά το τέλος της συνεργασίας του με τον Νίκο Μουρατίδη, άρχισε να ζει με μεγαλύτερη ένταση. Το καλοκαίρι του 2000 συνελήφθη στην παραλιακή, όταν αστυνομικοί σταμάτησαν τη μοτοσικλέτα του και βρήκαν επάνω του μικρή ποσότητα κάνναβης και ένα αγχολυτικό χάπι.

Πέρασε δύο ημέρες στο κρατητήριο, μια εμπειρία που περιέγραφε στους κοντινούς του ανθρώπους ως φρικτή. Αργότερα καταδικάστηκε σε τρίμηνη φυλάκιση με αναστολή. Η υπόθεση τροφοδότησε φήμες και σχόλια γύρω από την προσωπική του ζωή και τις καταχρήσεις, ένα θέμα για το οποίο ο ίδιος απέφευγε συστηματικά να μιλήσει δημόσια.

Είχε σκεφτεί να αναφερθεί κάποτε ανοιχτά σε όσα είχε ζήσει, όχι για να ικανοποιήσει την περιέργεια του κοινού, αλλά για να βοηθήσει ανθρώπους που αντιμετώπιζαν παρόμοιες δυσκολίες. Τελικά δεν το έκανε, φοβούμενος πιθανότατα ότι τα λόγια του θα μετατρέπονταν σε εύκολους τίτλους και μόνιμες ετικέτες.

Η περιπέτεια αυτή, λίγο πριν συμπληρώσει τα τριάντα του χρόνια, λειτούργησε σαν ένα ισχυρό ξύπνημα. Τον έβγαλε από την αίσθηση ασφάλειας και τον ανάγκασε να κοιτάξει διαφορετικά τον εαυτό του και τις επιλογές του.

Από το λαϊκό τραγούδι στην απόλυτη απογείωση

Η καριέρα του ήταν γεμάτη μεγάλες επιτυχίες. Τραγούδια όπως το «Φεύγω για μένα» και το «Το λάθος μου το τελευταίο» ταίριαξαν απόλυτα στην ερμηνευτική του ταυτότητα. Ο ίδιος αναζητούσε στίχους που παρουσίαζαν έναν άνδρα περήφανο, πληγωμένο αλλά όχι ικέτη. Έναν άνδρα που μπορούσε να πονά, να θυμώνει, να φεύγει και να διεκδικεί ξανά τον εαυτό του.

Η συνεργασία του με τους Goin’ Through στο «Θέλω να γυρίσω στα παλιά» θεωρήθηκε τολμηρή για έναν καθιερωμένο λαϊκό τραγουδιστή. Το τραγούδι γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία και του έδωσε πρόσβαση σε ένα νεότερο κοινό, αποδεικνύοντας ότι ο Μαζωνάκης δεν φοβόταν να ενώσει διαφορετικά μουσικά είδη.

Η ξεχωριστή του αύρα προσέλκυσε ακόμη και δημιουργούς από τον χώρο του έντεχνου τραγουδιού. Το 2002 ο Σταμάτης Κραουνάκης τού εμπιστεύθηκε δύο κομμάτια για την ταινία «Βαρέθηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου». Ανάμεσά τους ήταν το «Ξημερώνει πάλι», το οποίο εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αγαπημένες ερμηνείες του.

Η μεγάλη έκρηξη ήρθε έναν χρόνο αργότερα, μέσα από τη συνεργασία του με τον Φοίβο. Το «Σάββατο» και κυρίως το «Gucci φόρεμα» μετατράπηκαν σε φαινόμενο. Το τραγούδι ακουγόταν παντού και κατάφερε να φέρει στο ίδιο νυχτερινό κέντρο διαφορετικά ακροατήρια, από τις δυτικές συνοικίες μέχρι τα βόρεια προάστια.

Οι εμφανίσεις του γνώρισαν τεράστια επιτυχία. Ακόμη και καλλιτέχνιδες όπως η Ελευθερία Αρβανιτάκη και η Δήμητρα Γαλάνη παρακολουθούσαν το πρόγραμμά του και δεν δίσταζαν να τραγουδήσουν μαζί του. Οι συναυλίες σε ολόκληρη την Ελλάδα ακολούθησαν η μία την άλλη, ενώ το «Μαζωνάκης Live» αποτύπωσε τη δύναμη που είχε αποκτήσει επάνω στη σκηνή.

Στα χρόνια που ακολούθησαν συνεργάστηκε ξανά με σημαντικούς δημιουργούς, ανάμεσά τους ο Τάκης Μπουγάς, ο Φοίβος και ο Γιώργος Σαμπάνης. Το «Ώρες μικρές» επιβεβαίωσε ότι μπορούσε ακόμη να μετατρέπει ένα σύγχρονο ζεϊμπέκικο σε προσωπική εξομολόγηση.

Δανδής και αλήτης την ίδια στιγμή

Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν υπήρξε απλώς ένας επιτυχημένος τραγουδιστής. Δημιούργησε μια σκηνική ταυτότητα που δεν μπορούσε εύκολα να αντιγραφεί. Συνδύαζε την κομψότητα ενός δανδή με τη συμπεριφορά ενός λαϊκού αντιήρωα. Μπορούσε να φορέσει με την ίδια φυσικότητα ένα εντυπωσιακό επώνυμο κοστούμι ή ένα απλό λευκό μπλουζάκι.

Ο τρόπος με τον οποίο κρατούσε το μικρόφωνο, οι απότομες κινήσεις του, η επαφή με τους μουσικούς και η αίσθηση ελευθερίας που εξέπεμπε επάνω στην πίστα τον έκαναν να θυμίζει περισσότερο ροκ σταρ παρά παραδοσιακό λαϊκό τραγουδιστή. Την ίδια στιγμή, μπορούσε να περάσει από τις δικές του εμπορικές επιτυχίες σε παλιά λαϊκά τραγούδια, δίνοντάς τους καινούργια ζωή.

Επάνω στη σκηνή πρόσφερε τα πάντα. Μακριά από αυτήν, όμως, προστάτευε πεισματικά την ιδιωτικότητά του. Ελάχιστοι άνθρωποι κατάφερναν να περάσουν το αόρατο όριο που είχε χαράξει γύρω από την προσωπική του ζωή. Οι φήμες για τις σχέσεις του δεν σταμάτησαν ποτέ, αλλά εκείνος απέφευγε να τις επιβεβαιώσει ή να τις διαψεύσει.

Δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τις κοσμικές εκδηλώσεις και τη συμβατικότητα που τις συνόδευε. Οι τυπικές χειραψίες, οι φωτογραφίες και οι επιβεβλημένοι εναγκαλισμοί δεν ταίριαζαν στον χαρακτήρα του. Ήθελε οι σχέσεις να είναι αληθινές, ακόμη και όταν ήταν δύσκολες.

Η οικογενειακή διαμάχη των τελευταίων χρόνων τον επηρέασε βαθιά. Οι σχέσεις με αγαπημένα του πρόσωπα είχαν διαρραγεί και η δημόσια έκθεση της σύγκρουσης έκανε την κατάσταση ακόμη πιο επώδυνη. Παρά τα όσα ακούστηκαν, προσπάθησε να συνεχίσει να εργάζεται, να τραγουδά και να σχεδιάζει τα επόμενα βήματά του.

Ο Μαζωνάκης μπορούσε μέσα σε μία μόνο βραδιά να περάσει από το «Gucci φόρεμα» σε ένα βαρύ λαϊκό τραγούδι όπως το «Πληρώνω» και να κάνει και τα δύο να ακούγονται απολύτως δικά του. Ίσως επειδή πίσω από τα φώτα, τα εκκεντρικά ρούχα και τις προκλητικές κινήσεις υπήρχε πάντα ένας άνθρωπος που ένιωθε το βάρος των στίχων.

Ένας άνθρωπος που τραγούδησε τον έρωτα, την εγκατάλειψη, την περηφάνια, την υπερβολή και τη μοναξιά. Ένα παιδί από τη Νίκαια που επέμεινε να ζήσει όπως είχε φανταστεί τον εαυτό του από πέντε ετών.

Το «παιδί της νύχτας» δεν βρίσκεται πια εδώ. Η φωνή του, όμως, θα εξακολουθήσει να ακούγεται δυνατά τις ώρες που η πόλη σωπαίνει και οι άνθρωποι αναζητούν μέσα σε ένα τραγούδι όσα δεν κατάφεραν ποτέ να πουν.

Πληροφορίες από Πρώτο Θέμα

Απόρρητο
v