Άνθρωποι που έδωσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Και σήμερα, που τα παιδιά μεγάλωσαν, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πικρή διαπίστωση: κανείς δεν φαίνεται να θυμάται πόσο κόπο χρειάστηκε για να φτάσουν ως εδώ.
Τα παιδιά μεγάλωσαν. Οι γονείς, όμως, γέρασαν μεγαλώνοντάς τα
Μια πολύτεκνη μητέρα δεν θυμάται τα χρόνια που πέρασαν με ημερομηνίες. Τα θυμάται με σχολικές τσάντες στην είσοδο, με παπούτσια που δεν χωρούσαν πια στα πόδια των παιδιών, με λογαριασμούς που περίμεναν στο συρτάρι. Με τα Χριστούγεννα που κατάφερε να αγοράσει δώρα για όλους, έστω κι αν για εκείνη δεν περίσσεψε τίποτα. Με τα βράδια που έκλαιγε κρυφά στην κουζίνα, όχι επειδή μετάνιωσε που έκανε τόσα παιδιά, αλλά επειδή φοβόταν μήπως δεν καταφέρει να τους προσφέρει όσα χρειάζονταν.
Κι ύστερα, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, τα χρόνια πέρασαν. Τα παιδιά μεγάλωσαν, έφυγαν για σπουδές, βρήκαν δουλειές, έφτιαξαν τις δικές τους ζωές. Εκείνη έμεινε με τις φωτογραφίες στο σαλόνι, με ένα σώμα που δεν έχει πια τις ίδιες αντοχές και με όνειρα που ανέβαλλε τόσο πολύ ώστε κάποια στιγμή ξέχασε ότι ήταν δικά της. Τα παιδιά της μεγάλωσαν. Εκείνη, όμως, γέρασε μεγαλώνοντάς τα. Κι αυτή είναι μια αλήθεια που σπάνια ακούγεται όταν μιλάμε για τις μεγάλες οικογένειες.
«Τηλεόραση δεν είχατε;» Μια ζωή να απολογούνται επειδή έκαναν παιδιά
Το παράπονο των πολύτεκνων γονιών δεν αφορά μόνο τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο τους κοίταξε πολλές φορές η κοινωνία. Γιατί, εκτός από την κούραση, την αγωνία και τις στερήσεις, χρειάστηκε να αντέξουν και την ειρωνεία.
«Τηλεόραση δεν είχατε;», τους ρωτούσαν γελώντας όταν μάθαιναν ότι έχουν τέσσερα ή πέντε παιδιά. «Εσείς τα κάνατε, εμείς θα τα πληρώνουμε;», τους έλεγαν όταν γινόταν λόγος για κάποια οικονομική διευκόλυνση. Λες και η μεγάλη οικογένεια ήταν ένα λάθος για το οποίο όφειλαν διαρκώς να απολογούνται. Δεν ζήτησαν ποτέ να τους χειροκροτήσει κανείς επειδή έγιναν γονείς. Θα ήθελαν, όμως, να μην τους κάνουν να νιώθουν ότι πρέπει να ζητήσουν συγγνώμη γι' αυτό.
.jpg)
Όταν μεγαλώνουν τα παιδιά, παύουν να μετρούν οι θυσίες;
Υπάρχει μια σιωπηλή αδικία στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους γονείς όταν μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Όσο είναι μικρά, αναγνωρίζουμε, έστω και στα λόγια, πόσο δύσκολη είναι η καθημερινότητά τους. Μόλις, όμως, ενηλικιωθούν, είναι σαν να θεωρούμε ότι η αποστολή ολοκληρώθηκε και ο λογαριασμός έκλεισε.
Μα η ζωή δεν επιστρέφει στους γονείς όσα ξόδεψαν από τον εαυτό τους. Μια μητέρα που έμεινε χρόνια εκτός εργασίας δεν αποκτά ξαφνικά επαγγελματική προϋπηρεσία. Ένας πατέρας που δούλευε ασταμάτητα δεν ξαναβρίσκει τη χαμένη του υγεία. Κι όμως, μαζί με την ενηλικίωση των παιδιών, χάνονται και ορισμένες από τις λιγοστές παροχές που συνδέονται με την ανατροφή τους.
Φορολογικές ελαφρύνσεις, κοινωνικά προγράμματα και οικονομικές ενισχύσεις περιορίζονται ή σταματούν, ανάλογα με τις προϋποθέσεις. Όχι πως ήταν ποτέ αρκετά για να αντισταθμίσουν τις θυσίες τους. Αλλά για έναν άνθρωπο που μετρά ακόμη και το τελευταίο ευρώ, η απώλειά τους μπορεί να σημαίνει πολλά.
Και κάπου εδώ γεννιέται ένα παράπονο που δύσκολα λέγεται δυνατά. Μπορείς να αγαπάς τα παιδιά σου περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο και ταυτόχρονα να πονάς για όλα όσα χρειάστηκε να στερηθείς. Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.
«Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν»
Υπάρχει μια σκληρή φράση που περιγράφει σχεδόν οδυνηρά αυτό το συναίσθημα: «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν». Κάπως έτσι αισθάνονται οι περισσότεροι πολύτεκνοι γονείς. Σαν να τράβηξαν ένα τεράστιο φορτίο για δεκαετίες και, όταν επιτέλους έφτασαν στον προορισμό τους, να τους άφησαν στην άκρη του δρόμου. Κουρασμένους, γερασμένους, με τα σημάδια της διαδρομής πάνω τους.
Κανείς δεν τους ανάγκασε να κάνουν πολλά παιδιά. Το ξέρουν καλύτερα από όλους. Εκείνο που τους πληγώνει είναι η ευκολία με την οποία ξεχνιέται ο αγώνας τους. Σαν να άξιζαν την προσοχή μας μόνο όσο είχαν δυνάμεις να προσφέρουν.

Μια χώρα που ζητά περισσότερα παιδιά, αλλά ξεχνά εκείνους που τα μεγαλώνουν
Σήμερα μιλάμε διαρκώς για το δημογραφικό. Ανησυχούμε για τις γεννήσεις που μειώνονται, για τα σχολεία που αδειάζουν, για τα χωριά που ερημώνουν. Αναζητούμε τρόπους να ενθαρρύνουμε τα νέα ζευγάρια να αποκτήσουν παιδιά.
Πώς γίνεται, όμως, να αγωνιούμε τόσο για τα παιδιά που δεν γεννιούνται και να δείχνουμε τόσο λίγη έγνοια για τους ανθρώπους που μεγάλωσαν τέσσερα, πέντε ή έξι παιδιά; Πώς γίνεται να μιλάμε για την αξία της οικογένειας, αλλά να προσπερνάμε εκείνους που αφιέρωσαν τη ζωή τους σε αυτήν;
Οι πολύτεκνοι γονείς δεν ζητούν μετάλλια ούτε πανηγυρικούς λόγους. Θέλουν λίγη αξιοπρέπεια. Λίγη ασφάλεια. Την αίσθηση ότι κάποιος βλέπει τον κόπο τους και δεν τον θεωρεί αυτονόητο. Γιατί πίσω από κάθε μεγάλη οικογένεια υπάρχουν άνθρωποι που κάποτε κρατούσαν τέσσερα μικρά χέρια για να περάσουν απέναντι τον δρόμο. Και σήμερα, ίσως χρειάζονται ένα χέρι να κρατήσει το δικό τους. Δεν μετάνιωσαν που έκαναν παιδιά. Τους πονάει που, αφού τα μεγάλωσαν, νιώθουν ότι η κοινωνία ξέχασε τους ίδιους.










