Από όλες τις δοκιμασίες που περνάει ένα έφηβο άτομο, αυτή των Πανελλαδικών είναι μια σταθερά μιζέριας, απελπισίας και παραλυτικού άγχους για όλους όσοι τη βίωσαν. Το βλέπεις στον ύπνο σου και ξυπνάς κάθιδρος, 15 χρόνια μετά. Ξεκινάνε οι Πανελλήνιες και κάπως παβλοφικά σφίγγεται το στομάχι σου - κι ας εισαι πια 40 χρονών.
Δεν είναι τυχαίο προφανώς. Είναι η απόδειξη ότι οι εξετάσεις αυτές αφήνουν το στίγμα τους στην ψυχούλα και των πιο δυνατών, και των πιο αδιάφορων.
Τα τελευταία 15 σχεδόν χρόνια κάνω μαθήματα σε παιδιά τρίτης Λυκείου. Έχω δει παιδιά αδιάφορα, παιδιά συγκροτημένα, παιδιά – θαύματα και παιδιά βυθισμένα στην αβεβαιότητα. Παιδιά που δυσκολεύονται να θυμηθούν τη σωστή ορθογραφία μιας απλής λέξης και παιδιά που κοντράρουν στα ίσα φιλολόγους σοβαρούς με τις γνώσεις τους. Παιδιά που παίρνουν στα σοβαρά τις εξετάσεις απ’ την πρώτη μέρα και παιδιά που δεν ιδρώνει τ’ αυτί τους. Όλα όμως, κάποια στιγμή, ανεξαιρέτως θα λυγίσουν.
Βλέπεις παιδιά με θαυμαστή συγκρότηση, πρόγραμμα και συνέπεια να βουρκώνουν επειδή ξέχασαν ποια ημέρα ποιου μήνα εκφώνησε ένας κρητικός πολιτικός έναν λόγο στο Ηράκλειο του 1910. Να ξεσπάνε σε κλάματα γοερά, να είναι απαρηγόρητα επειδή εκείνη τη στιγμή που η μνήμη τους έχει πέσει επιτέλους για ύπνο, αυτά νιώθουν αβοήθητα ή -ακόμα χειρότερα!- άχρηστα. Αμφισβητούν τις δυνάμεις και τη δουλειά που έριξαν, απογοητεύονται, θολώνουν, δεν κοιμούνται, τρώνε πολύ ή δεν τρώνε καθόλου, πίνουν αμφίβολης ποιότητας σκευάσματα που υπόσχονται ενέργεια, επινοούν τρόπους για να τελειοποιήσουν την παπαγαλία, επιστρατεύουν θείες και φίλες και μαμάδες, εξαντλούν τον εαυτό τους.
Κι εμείς τους λέμε «μπράβο, έτσι θέλει. Κι άλλο. Μπορείς, αντέχεις, μη σταματάς.»

Γιατί, κακά τα ψέματα, όσοι ασχολούμαστε μ’ αυτόν τον σκληρό θεσμό, μπαίνουμε στο τριπάκι του ανταγωνισμού και της εντατικοποίησης. Φτιάχνουμε απαιτήσεις απάνθρωπες, πιέζουμε, σπρώχνουμε, κάνουμε σαν βασανιστές χωρίς τον σαδισμό. Και μετά ντρεπόμαστε. Λέγαμε ότι δεν θα γίνουμε έτσι, όμως να που γίναμε. Γιατί οι Πανελλαδικές είναι για τους περισσότερους ένας μονόδρομος αδιανόητα ανηφορικός.
Σ’ αυτά τα παιδιά που δίνουν φέτος, που κλαίνε με τις ώρες ή παθαίνουν κρίσεις πανικού, που σκέφτονται ότι θα απογοητεύσουν τους γονείς και τους δασκάλους τους, που ανησυχούν ότι η μαμά τους «πέταξε τα λεφτά της» γιατί αυτά δεν θα περάσουν, που νομίζουν ότι όλα τα καλά λόγια που κέρδισαν θα βγουν ψεύτικα, ότι δεν είναι καλά και άξια, ότι τους κορόιδεψαν όλους και, να, τώρα θα φανεί η απάτη, σ’ όλα αυτά τα παιδιά να δώσουμε μια μεγάλη αγκαλιά.
Να τους θυμίσουμε ότι η αξία κανενός δεν κρίνεται σε 4 τρίωρα κι ότι όταν είσαι 17 χρονών έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου για να κάνεις απίστευτες πατάτες αλλά και σπουδαία πράγματα.
Να τους θυμίσουμε ότι τα περιμένει ένα υπέροχο καλοκαίρι και μια ζωή ολόδική τους.
Κι ότι αυτή η απαίσια δοκιμασία, αυτός ο εξαντλητικός ανήφορος είναι απολύτως λογικό που τα επηρέασε και τα λύγισε. Ότι κι εμάς κάποτε μας είχε γονατίσει.
Να τα προσέχουμε, να τα ταΐζουμε καλά και να τα παρατηρούμε πολύ αυτές τις μέρες.
Καλή επιτυχία, μικροί μαχητές. Και καλή λευτεριά.









