Κάτι που λέμε για να τελειώνουμε πιο γρήγορα. Μόνο που, χωρίς να το καταλάβουμε, το «θα το κάνω εγώ» γίνεται συνήθεια και η συνήθεια μετατρέπεται σε έναν αόρατο κανόνα: η μαμά αναλαμβάνει τα πάντα. Μέχρι που κάποια στιγμή εξαντλείται, θυμώνει και αναρωτιέται γιατί κανείς δεν τη βοηθάει.
Όταν το «θα το κάνω εγώ» γίνεται τρόπος ζωής
Το πρωί ετοιμάζει τα παιδιά για το σχολείο, θυμάται ποιος έχει γυμναστική και ποιος χρειάζεται χρήματα για την εκδρομή, βάζει πλυντήριο, οργανώνει το φαγητό, απαντά σε μηνύματα από το σχολείο και προσπαθεί να προλάβει τη δουλειά της. Το απόγευμα θυμίζει τα μαθήματα, κανονίζει δραστηριότητες, ελέγχει τι λείπει από το ψυγείο και φροντίζει να μη μείνει τίποτα πίσω.
Κι όταν επιτέλους κάθεται στον καναπέ, το μυαλό της συνεχίζει να δουλεύει. Τι θα φάνε αύριο; Έκλεισε το ραντεβού στον παιδίατρο; Πλήρωσε τον λογαριασμό; Δεν είναι μόνο όσα κάνει. Είναι κυρίως όλα όσα πρέπει να θυμάται, να προβλέπει και να οργανώνει. Αυτό είναι το λεγόμενο «αόρατο νοητικό φορτίο» της οικογένειας, μια ευθύνη που συχνά πέφτει δυσανάλογα στις γυναίκες, ακόμη κι όταν εργάζονται εξίσου με τους συντρόφους τους.
Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να αφήσουμε τους άλλους να αναλάβουν;
Πολλές φορές, πίσω από την ανάγκη μιας μητέρας να τα κάνει όλα κρύβεται η πεποίθηση ότι κανείς δεν θα τα κάνει τόσο καλά όσο εκείνη. Το παιδί θα αργήσει να φορέσει τα παπούτσια του, ο μπαμπάς θα ξεχάσει την αλλαξιά στην τσάντα, το σπίτι δεν θα καθαριστεί όπως πρέπει. Κι έτσι, αντί να περιμένει ή να εξηγήσει, παρεμβαίνει. «Άστο, θα το κάνω εγώ».
Μόνο που κάθε φορά που παίρνουμε πίσω μια ευθύνη, στερούμε από τον άλλον την ευκαιρία να μάθει να την αναλαμβάνει. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν να είναι αυτόνομα και ο σύντροφος ενδέχεται να συνηθίσει να περιμένει οδηγίες. Βέβαια, δεν πρόκειται πάντα για τελειομανία ή ανάγκη ελέγχου. Μερικές φορές η μαμά αναλαμβάνει τα πάντα επειδή, πολύ απλά, κανείς άλλος δεν αναλαμβάνει. Επειδή έχει κουραστεί να ζητάει, να υπενθυμίζει και να εξηγεί τα αυτονόητα.
Η παγίδα της «καλής μαμάς» που πρέπει να προλαβαίνει τα πάντα
Από πολύ νωρίς, πολλές γυναίκες μεγαλώνουν με την ιδέα ότι μια καλή μητέρα είναι εκείνη που φροντίζει τους πάντες, που γνωρίζει τις ανάγκες όλων και που καταφέρνει να κρατά το σπίτι και την οικογένεια σε ισορροπία. Αν ξεχάσει κάτι, αισθάνεται ενοχές. Αν ζητήσει βοήθεια, φοβάται μήπως θεωρηθεί ανεπαρκής.
Αν αφήσει μια δουλειά για αύριο, νιώθει ότι απέτυχε. Έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε τη μητρική εξάντληση σχεδόν σαν απόδειξη αγάπης. Σαν να είναι φυσιολογικό μια γυναίκα να μην έχει χρόνο για τον εαυτό της, να κοιμάται τελευταία και να ξυπνά πρώτη. Κι όμως, η αγάπη δεν μετριέται με τις δουλειές που προλαβαίνουμε ούτε με τις προσωπικές ανάγκες που θυσιάζουμε. Μια μητέρα δεν χρειάζεται να είναι διαρκώς διαθέσιμη για να είναι καλή μητέρα.

Όταν η βοήθεια γίνεται άλλη μία υποχρέωση
«Πες μου τι θέλεις να κάνω και θα το κάνω». Είναι μια φράση που ακούγεται υποστηρικτική, αλλά συχνά κρύβει μια σημαντική ανισορροπία. Γιατί εκείνη πρέπει και πάλι να σκεφτεί τι χρειάζεται, να μοιράσει τις δουλειές, να δώσει οδηγίες και ενδεχομένως να ελέγξει το αποτέλεσμα.
Η πραγματική ισότητα μέσα στην οικογένεια δεν σημαίνει ότι ο ένας βοηθά τον άλλον, αλλά ότι και οι δύο αναλαμβάνουν ευθύνες. Ο μπαμπάς δεν «βοηθά» όταν πηγαίνει το παιδί στον γιατρό. Είναι εξίσου γονιός. Δεν χρειάζεται να περιμένει υπενθύμιση για να αγοράσει γάλα ή να μάθει πότε είναι η σχολική γιορτή. Και αντίστοιχα, τα παιδιά, ανάλογα με την ηλικία τους, μπορούν να συμμετέχουν στις καθημερινές υποχρεώσεις χωρίς να περιμένουν από τη μαμά να τους τα έχει όλα έτοιμα.
Πώς σπάει ο κύκλος του «όλα περνούν από τα χέρια μου»;
Η αλλαγή δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει πρόβλημα και έπειτα να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ολόκληρη η οικογένεια. Αντί να ζητάμε περιστασιακή βοήθεια, μπορούμε να συμφωνήσουμε ποιος αναλαμβάνει σταθερά κάθε ευθύνη, από την αρχή μέχρι το τέλος. Αν ο μπαμπάς αναλάβει τις σχολικές δραστηριότητες, για παράδειγμα, αναλαμβάνει και να θυμάται τις ώρες, να οργανώνει τις μετακινήσεις και να επικοινωνεί με τους εκπαιδευτικούς.
Αν το παιδί είναι αρκετά μεγάλο για να ετοιμάζει την τσάντα του, το αφήνουμε να προσπαθήσει, ακόμη κι αν χρειαστεί λίγο περισσότερο χρόνο. Το σημαντικό είναι να σταματήσουμε να θεωρούμε ότι όλα πρέπει να γίνονται με τον δικό μας τρόπο. Και, κυρίως, να μην αναλαμβάνουμε αυτόματα όσα οι άλλοι μπορούν και οφείλουν να κάνουν μόνοι τους.
Μια μαμά που δεν τα κάνει όλα δεν αγαπά λιγότερο
Υπάρχει κάτι βαθιά απελευθερωτικό στη στιγμή που μια μητέρα αποφασίζει ότι δεν χρειάζεται να είναι υπεύθυνη για τα πάντα. Ότι μπορεί να ξεκουραστεί χωρίς ενοχές, να αφήσει τον σύντροφό της να αναλάβει πραγματικά, να επιτρέψει στα παιδιά της να κάνουν λάθη και να μάθουν από αυτά. Δεν σημαίνει ότι αδιαφορεί. Σημαίνει ότι αναγνωρίζει πως η οικογένεια δεν είναι ευθύνη ενός ανθρώπου, αλλά μια κοινή ζωή που χρειάζεται τη συμμετοχή όλων.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα πάει να πει «Άστο, θα το κάνω εγώ», ίσως αξίζει να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό: «Μπορείς να το κάνεις εσύ». Και να αντέξει την αμηχανία, την καθυστέρηση ή ακόμη και το μικρό λάθος που μπορεί να ακολουθήσει. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να λειτουργούν όλα τέλεια, αλλά να μη χρειάζεται ένας άνθρωπος να εξαντλείται για να λειτουργούν όλα.
Και ίσως το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει μια μαμά στον εαυτό της και στην οικογένειά της είναι να πάψει να είναι απαραίτητη για το καθετί. Όχι γιατί την έχουν λιγότερη ανάγκη, αλλά γιατί επιτέλους έμαθαν να μοιράζονται μαζί της τη ζωή.









