Οι γυναίκες μπήκαν στην αγορά εργασίας, αλλά οι υποχρεώσεις του σπιτιού δεν μοιράστηκαν ανάλογα. Εξακολουθούν να αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων, με κόστος στην εργασία, στο εισόδημα και στον χρόνο τους. Η μελέτη της διαΝΕΟσις, «Μεταξύ φύλων: Πορείες, χάσματα και πολιτικές προς την ισότητα», που υπογράφουν η Αντιγόνη Λυμπεράκη, η Κατερίνα Γλυνιαδάκη και ο Θωμάς Γεωργιάδης, εξετάζει την πορεία πενήντα χρόνων. Η μεγαλύτερη οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ανακατανομή της απλήρωτης εργασίας.
«Οι γυναίκες πέφτουν με τα μούτρα στις συμπεριφορές ισότητας και οι άνδρες αντιστέκονται τόσο γιατί νιώθουν ότι απειλούνται, όσο και γιατί η μαμά τους ήταν διαφορετική», λέει η Αντιγόνη Λυμπεράκη, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο και εκ των συγγραφέων της μελέτης.
Η δεύτερη βάρδια παραμένει γυναικεία
Τα στοιχεία είναι σαφή. Σύμφωνα με τις μετρήσεις που παραθέτει η μελέτη, οι γυναίκες από τα 25 χρόνια και μετά αφιερώνουν στις οικιακές εργασίες τετραπλάσιο χρόνο από τους άνδρες. Στα ζευγάρια χωρίς παιδιά, το 76% των γυναικών ασχολείται συστηματικά με τις δουλειές του σπιτιού, έναντι μόλις 7% των ανδρών. Η ανισότητα, επομένως, υπάρχει πριν από τη μητρότητα. Όταν έρχονται τα παιδιά, οι απαιτήσεις αυξάνονται: στις οικογένειες με παιδιά, καθημερινή φροντίδα παρέχει το 86% των γυναικών και το 46% των ανδρών. Στην ΕΕ, το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών φτάνει το 67%. Η φροντίδα αντιμετωπίζεται ακόμη ως βασική ευθύνη της γυναίκας, ακόμη κι όταν εργάζονται και οι δύο.
Το σπίτι καθορίζει και την καριέρα
Αυτή η κατανομή έχει μετρήσιμες συνέπειες. Το 2023, σχεδόν μία στις τέσσερις οικονομικά μη ενεργές γυναίκες ηλικίας 20 έως 64 ετών δήλωνε ότι ούτε εργαζόταν ούτε αναζητούσε εργασία επειδή φρόντιζε παιδιά ή ηλικιωμένους. Η έλλειψη επαρκών υπηρεσιών φροντίδας περιορίζει τις επιλογές τους. Για όσες παραμένουν στην εργασία, οι οικογενειακές υποχρεώσεις μπορούν να σημαίνουν λιγότερες ώρες απασχόλησης, διακοπές στην επαγγελματική πορεία και δυσκολότερη εξέλιξη. Το 2024 εργαζόταν το 59,9% των γυναικών ηλικίας 20 έως 64 ετών, έναντι 78,7% των ανδρών. Η Ελλάδα είχε τη δεύτερη χαμηλότερη γυναικεία απασχόληση στην ΕΕ. Η απόσταση μεταξύ των φύλων έφθανε τις 18,8 ποσοστιαίες μονάδες, σχεδόν διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Οικονομική ανεξαρτησία με όρους
Η αντίφαση αποτυπώνεται στις ίδιες τις απαντήσεις των Ελλήνων. Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο του 2024 που παραθέτει η μελέτη, το 95% συμφωνεί ότι η οικονομική ανεξαρτησία είναι εξίσου σημαντική για άνδρες και γυναίκες. Την ίδια στιγμή, το 70% πιστεύει ότι η οικογενειακή ζωή υποφέρει όταν η μητέρα εργάζεται. Οι ερευνητές συνδέουν αυτή τη συνύπαρξη αντικρουόμενων αντιλήψεων με τη «γνωσιακή πολυφασία»: το ίδιο άτομο μπορεί να υποστηρίζει την ισότητα και παράλληλα να αποδέχεται παραδοσιακούς ρόλους που την περιορίζουν. Η γυναικεία ανεξαρτησία αναγνωρίζεται ως αξία, αλλά η ευθύνη για την οικογένεια παραμένει χρεωμένη στη μητέρα.
.jpg)
Το μισθολογικό χάσμα
Το μισθολογικό χάσμα στην Ελλάδα, που είχε περιοριστεί στο 10,4% το 2018, αυξήθηκε ξανά στο 13,4% το 2024. Η μελέτη διαπιστώνει ότι ο κύριος μηχανισμός που διευρύνει τις μισθολογικές ανισότητες είναι η λεγόμενη «ποινή της μητρότητας». Η απόκτηση ενός παιδιού πολύ συχνά λειτουργεί ως επαγγελματική και οικονομική «τιμωρία» για τη μητέρα, καθώς πολλοί εργοδότες θεωρούν ότι οι μητέρες δεν είναι αφοσιωμένες στην εργασία τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων δεκαετιών, η συμμετοχή των Ελληνίδων στην αγορά εργασίας παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Το 2024 το ποσοστό απασχόλησής τους έφτασε το 59,9%, το υψηλότερο που έχει καταγραφεί ποτέ στη χώρα, αλλά και πάλι το δεύτερο χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η διαφορά στην απασχόληση μεταξύ ανδρών και γυναικών παραμένει σχεδόν διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο: 18,8 ποσοστιαίες μονάδες έναντι 10.
Οι νεότεροι δεν είναι πάντα πιο προοδευτικοί
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η μεταβολή των αντιλήψεων για την εκπαίδευση. Το ποσοστό των ανδρών που θεωρούν τις πανεπιστημιακές σπουδές σημαντικότερες για ένα αγόρι παρά για ένα κορίτσι αυξήθηκε από 9,2% το 2017 σε 21,6% το 2025. Στις γυναίκες ανέβηκε από 6,9% σε 10,6%. Στις ηλικίες 25 έως 34 ετών, ανεξαρτήτως φύλου, το ποσοστό σχεδόν τριπλασιάστηκε: από 5,8% σε 17,6%. Στους ανθρώπους 65 ετών και άνω αυξήθηκε από 13,6% σε 18,6%. Η οπισθοχώρηση αφορά και τα δύο φύλα, αλλά είναι εντονότερη στους άνδρες και στους νεότερους. Η αλλαγή γενιάς δεν εξασφαλίζει από μόνη της αλλαγή νοοτροπίας.
Το κόστος συνεχίζεται μετά τη δουλειά
Οι ανισότητες μιας ολόκληρης επαγγελματικής ζωής επηρεάζουν και τα γηρατειά. Το 2024, το ποσοστό φτώχειας στις γυναίκες ηλικίας 75 ετών και άνω ήταν 25,2%, έναντι 15,4% στους άνδρες. Οι διακοπές στην απασχόληση και οι χαμηλότερες αποδοχές περιορίζουν την οικονομική ασφάλεια. Περιορισμένη παραμένει και η συμμετοχή στα κέντρα αποφάσεων: το 2025, οι γυναίκες κατείχαν περίπου το 27% των θέσεων στα διοικητικά συμβούλια των εισηγμένων εταιρειών, έναντι 35% στην ΕΕ.

Η αλλαγή απαιτεί να μοιραστεί η ευθύνη
Η μελέτη προτείνει προσβάσιμες υπηρεσίες φροντίδας, κίνητρα για τη χρήση γονικών αδειών από τους πατέρες, διαφάνεια στις αμοιβές και αντιμετώπιση των στερεοτύπων στην εκπαίδευση. Η ευθύνη της προσαρμογής δεν μπορεί να συνεχίσει να πέφτει στις γυναίκες. Η συζήτηση αφορά και τους εργοδότες, το κράτος, τους άνδρες μέσα στην οικογένεια. Όταν η φροντίδα ανατίθεται συστηματικά στη μητέρα ή στην κόρη, περιορίζονται οι επαγγελματικές της επιλογές και η οικονομική της αυτονομία. Το ποιος θα φροντίσει ένα παιδί ή έναν ηλικιωμένο είναι, τελικά, ζήτημα ισότητας με συνέπειες για ολόκληρη τη ζωή.
Πηγή: Η μελέτη της διαΝΕΟσις










