Τα παιδιά δεν έχουν την ικανότητα να φιλτράρουν όπως οι ενήλικες. Δεν ξέρουν ποιο μυστικό είναι ακίνδυνο και ποιο όχι. Μαθαίνουν μέσα από όσα λέμε και όσα κάνουμε. Και όταν τους ζητάμε να κρατούν μυστικά, τους διδάσκουμε κάτι πολύ βαθύτερο από αυτό που νομίζουμε.
Τι μαθαίνει πραγματικά ένα παιδί όταν του ζητάμε να κρατήσει μυστικό
Στα μάτια ενός παιδιού, ο γονιός είναι αυθεντία. Όταν του λέμε «μην το πεις σε κανέναν», το μήνυμα που λαμβάνει δεν είναι απλώς ότι αυτό το θέμα είναι προσωπικό. Μαθαίνει ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να μοιράζεται. Ότι η σιωπή είναι επιθυμητή. Ότι η αλήθεια μπορεί να κρύβεται.
Σιγά σιγά, το παιδί αρχίζει να εσωτερικεύει την ιδέα πως κάποια θέματα δεν λέγονται. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η συνήθεια δεν περιορίζεται μόνο στα δικά μας μυστικά. Επεκτείνεται και στα δικά του.
Από τα αθώα μυστικά στα πιο... επικίνδυνα
Στην αρχή μπορεί να είναι κάτι απλό. Δεν θα πει ότι έσπασε ένα ποτήρι. Δεν θα αναφέρει έναν καβγά στο σχολείο. Δεν θα μας πει ότι ένιωσε άσχημα με κάτι που άκουσε. Όχι απαραίτητα γιατί φοβάται την τιμωρία, αλλά γιατί έχει μάθει ότι το να μη μιλάς είναι αποδεκτό.
Αυτό όμως ανοίγει μια πόρτα που δεν θέλουμε να ανοίξει. Ένα παιδί που έχει μάθει να κρατά μυστικά μπορεί να μη μιλήσει όταν κάτι το τρομάζει. Όταν κάποιος το φέρνει σε δύσκολη θέση. Όταν κάτι δεν του φαίνεται σωστό αλλά του έχουν ζητήσει «να μη μιλήσει».
Η σιωπή, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι προστασία. Είναι πιθανός κίνδυνος.
Το ψέμα ως μηχανισμός άμυνας
Όταν ένα παιδί καταλαβαίνει ότι κάποια πράγματα δεν πρέπει να ειπωθούν, το επόμενο βήμα είναι το ψέμα. Όχι από κακή πρόθεση, αλλά από ανάγκη. Αν δεν μπορεί να πει την αλήθεια, θα βρει έναν τρόπο να την αποφύγει.
Έτσι, το παιδί μαθαίνει να αποκρύπτει, να αλλοιώνει την αλήθεια, να λέει μόνο ό,τι θα γίνει εύκολα αποδεκτό από τους άλλους. Και όσο μεγαλώνει, τόσο πιο εύκολα το ψέμα θα γίνεται εργαλείο. Ένα εργαλείο που θα το απομακρύνει από εμάς.

Η εμπιστοσύνη χτίζεται μέσα από την ειλικρίνεια
Θέλουμε τα παιδιά μας να μας μιλούν. Να μας εμπιστεύονται. Να ξέρουν πως ό,τι κι αν συμβεί, μπορούν να έρθουν σε εμάς χωρίς φόβο. Αυτό όμως δεν χτίζεται όταν έχουμε κανονικοποιήσει τα μυστικά.
Χτίζεται όταν λέμε «μπορείς να μου πεις τα πάντα». Όταν εξηγούμε τη διαφορά ανάμεσα σε μια έκπληξη και ένα μυστικό. Όταν ξεκαθαρίζουμε ότι τα πράγματα που μας κάνουν να νιώθουμε άσχημα δεν πρέπει ποτέ να τα κρατάμε μέσα μας.
Χτίζεται όταν το παιδί βλέπει ότι εμείς οι ίδιοι δεν φοβόμαστε την αλήθεια.
Τι μπορούμε να πούμε αντί για «μην το πεις σε κανέναν»
Υπάρχουν τρόποι να προστατεύσουμε την ιδιωτικότητα χωρίς να ζητάμε σιωπή. Μπορούμε να πούμε «αυτό είναι κάτι προσωπικό της οικογένειάς μας και το συζητάμε μόνο μεταξύ μας». Μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί κάτι δεν χρειάζεται να διαδοθεί, χωρίς να το φορτίσουμε με μυστικότητα.
Και πάνω από όλα, μπορούμε να πούμε «ό,τι κι αν συμβεί, αν σε ανησυχήσει ή σε κάνει να νιώσεις άσχημα, θέλω να μου το πεις».
Γιατί τελικά αυτό έχει σημασία
Ένα παιδί που μαθαίνει ότι δεν υπάρχουν απαγορευμένες αλήθειες στο σπίτι του μεγαλώνει με θάρρος. Με ασφάλεια. Με τη δική του φωνή.
Όταν σταματήσουμε να του ζητάμε να κρατά μυστικά, του μαθαίνουμε κάτι πολύ πιο σημαντικό. Ότι η σχέση μας βασίζεται στην ειλικρίνεια. Και ότι όσο δύσκολη κι αν είναι μια αλήθεια, είναι πάντα προτιμότερη από τη σιωπή.
Γιατί τα παιδιά που μιλούν, προστατεύονται. Και τα παιδιά που νιώθουν ότι μπορούν να μας πουν τα πάντα, δεν θα έχουν ποτέ λόγο να μας πουν ψέματα.









