Υπογεννητικότητα, μετανάστευση και σχολικός πληθυσμός στην Ελλάδα

Υπογεννητικότητα, μετανάστευση και σχολικός πληθυσμός στην Ελλάδα

Το Δημογραφικό Πρόβλημα δεν είναι μια απλή στατιστική, είναι το μέλλον της Ελλάδας που απειλείται. Διαβάστε την ειδική έκδοση του mama365.gr, με τη στήριξη της Eurobank. Ένα αφιέρωμα που ενώνει φωνές πολιτικών, ειδικών και οικογενειών.

Γράφει ο Βύρων Κοτζαμάνης, Καθηγητής (αφ.) Δημογραφίας, Δ/ντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών

T ο Υπουργείο Παιδείας πρόσφατα ανακοίνωσε τον αριθμό των εγγεγραμμένων στην πρώτη τάξη των δημόσιων δημοτικών σχολείων για το σχολικό έτος 2026-2027 (σχεδόν 70 χιλ. παιδιά, έναντι 71,2 χιλ. το 2025-2026). Τμήμα των ΜΜΕ ανέδειξε το θέμα συνδέοντας τη μείωση αυτή αποκλειστικά με το δημογραφικό (τη μείωση, δηλαδή, των γεννήσεων). Από τη σύγκριση όμως των εγγραφών το 2026-27 με τον αριθμό των γεννήσεων έξι χρόνια πριν (84,6 χιλ.), από τις οποίες προέρχεται το σύνολο σχεδόν των παιδιών που θα παρακολουθήσουν τα μαθήματα της πρώτης τάξης ενός δημόσιου δημοτικού του χρόνου, διαπιστώνεται μια μεγάλη απόκλιση (70 -84,6 = -14,6 χιλ.).

Η απόκλιση αυτή οφείλεται σε δύο λόγους: Αφενός μεν, στο ότι ένα τμήμα των παιδιών που γεννήθηκαν το 2020 και δεν έχουν αποβιώσει (η βρεφική και παιδική θνησιμότητα είναι σήμερα πολύ μικρή) δεν διαμένουν πλέον στη χώρα μας έχοντας μεταναστεύσει με τους γονείς τους, αφετέρου δε, στο ότι ένα άλλο τμήμα θα εγγραφεί στην πρώτη τάξη στα μεγάλα αστικά κέντρα σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στα οποία όμως δεν καταγράφεται μείωση των εγγραφών (6,5 χιλ. το 2015-16 -έρευνα ΕΛΣΤΑΤ-, 7,5 έως 8,0 χιλ. κατ’ εκτίμηση το 2026-2027). Αντιθέτως, στα δημόσια δημοτικά η μείωση είναι σημαντική: 105,4 χιλ. το 2015-16 (έρευνα ΕΛΣΤΑΤ) και 70 χιλ. (Υπ. Παιδείας) το 2026-27 (-35,4 χιλ. και -33,6%).

Με βάση το δεδομένο αυτό αυξάνεται και το ποσοστό των μαθητών της α’ δημοτικού στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια από το 6,5% του συνόλου το 2015-16 (ΕΛΣΤΑΤ) στο 9-10% -εκτίμηση- 11 χρόνια αργότερα. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι τα ιδιωτικά σχολεία βρίσκονται μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, μπορούμε βάσιμα να ισχυριστούμε ότι σε αρκετά από τα κέντρα αυτά, 1 στα 8 «πρωτάκια» θα εγγραφούν του χρόνου σε αυτά. Είναι επίσης προφανές ότι άνευ ριζικών ανατροπών, με δεδομένο ότι οι γεννήσεις του 2026 ανέρχονται σε 65 χιλ., στην περίπτωση ενός μηδενικού στο μεσοδιάστημα μεταναστευτικού ισοζυγίου των ηλικιών αυτών, οι εγγραφές στην α’ τάξη ενός δημόσιου δημοτικού το 2032-33 δεν θα υπερβούν πιθανότατα τις 57 χιλ. (-13 χιλ. σε σχέση με το 2026-27, δηλαδή μια μείωση κατά 19% σε μία μόλις εξαετία).

Η επίπτωση της συνεχιζόμενης μείωσης των γεννήσεων στον αριθμό των εγγραφών στην πρώτη δημοτικού είναι πλέον προφανής, αν και σημαντικά διαφοροποιημένη. Αντιστρέφοντας δε τη σχέση αυτή, θα θέσουμε το ερώτημα κατά πόσο το δημόσιο δημοτικό σχολείο σήμερα στη χώρα μας, εκτός των άλλων, διευκολύνει στα μεγάλα κυρίως αστικά κέντρα δύο εργαζόμενους γονείς να συνδυάσουν επαγγελματική και οικογενειακή ζωή, και ταυτόχρονα να μειώσουν το κόστος εκπαίδευσης των παιδιών τους και να αποκτήσουν τον αριθμό παιδιών που επιθυμούν. Τι όμως θα έπρεπε να προσφέρει ένα δημόσιο σχολείο στους γονείς αυτούς για να πληροί τις αναμονές που έχουν για τα παιδιά τους, διευκολύνοντάς τους ταυτόχρονα στην εργασία τους;

Θα έπρεπε, κατ’ αρχάς, εκτός από ένα ασφαλές και ποιοτικό κτιριακό περιβάλλον και καλά καταρτισμένους εκπαιδευτικούς, να διαθέτει σύγχρονα εκπαιδευτικά μέσα και χώρους δημιουργίας και άθλησης, έναν περιορισμένο αριθμό μαθητών ανά τάξη και τη δυνατότητα υποστήριξης των μαθησιακών τους δυσκολιών. Θα έπρεπε ταυτόχρονα να λειτουργεί με διευρυμένο ωράριο (αλλά όχι σαν «πάρκινγκ»), προσφέροντας με τη συνδρομή του κατάλληλου προσωπικού κάποιες βασικές δραστηριότητες (εξοικείωση με τις ξένες γλώσσες, την τέχνη και τον πολιτισμό, αθλητικές δραστηριότητες ή ακόμη και καλλιέργεια κάποιων δεξιοτήτων τους). Θα όφειλε δηλαδή, αφενός μεν, να μην είναι μόνο ένας χώρος μετάδοσης γνώσεων αλλά και ολόπλευρης ανάπτυξης των παιδιών, αφετέρου δε, να διευκολύνει σημαντικά τους εργαζόμενους γονείς τους, οι οποίοι προφανώς δεν έχουν από ένα τέτοιο σχολείο κάποιες «εξωφρενικές» απαιτήσεις (εξοικείωση με το βιολοντσέλο, γήπεδο τένις και κλειστή θερμαινόμενη πισίνα, ή ακόμη μαθήματα κλασικού χορού κ.α.).

Η μη ύπαρξη τέτοιων δημόσιων δημοτικών σχολείων, παρόλες τις βελτιώσεις των τελευταίων ετών, είναι μία μόνο από τις παραμέτρους που επηρεάζουν τις γεννήσεις. Οι επιλογές δε των νέων γονέων όσον αφορά την εκπαίδευση των παιδιών τους είναι περιορισμένες. Ένα τμήμα τους που δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να προσφύγει σε ιδιωτικά σχολεία που παρέχουν κάποια από τα προαναφερόμενα (σίγουρα όμως διευρυμένο ωράριο και συμπληρωματικές δραστηριότητες) θα προσφύγει στο δημόσιο δημοτικό. Στην περίπτωση αυτή, σε συνεργασία συνήθως με τους ανιόντες, θα προσπαθήσουν να περιορίσουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν για να συνδυάσουν οικογένεια και εργασία, προσφεύγοντας ταυτόχρονα και σε υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα για να καλύψουν κάποιες από τις εξωσχολικές ανάγκες των παιδιών τους.

Η προσφυγή στις υπηρεσίες αυτές, όμως, εκτός του ότι συχνά δύσκολα συνδυάζεται με την εργασιακή ζωή των γονέων, επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό και δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τα νεότερα ζευγάρια να αποκτήσουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν. Κάποιοι άλλοι θα προσφύγουν στην ιδιωτική εκπαίδευση.

Και στις δύο όμως περιπτώσεις (προσφυγή σε δημόσιο ή ιδιωτικό δημοτικό) για την πλειονότητα των νεότερων γενεών στα μεγάλα, κυρίως, αστικά κέντρα, σε συνδυασμό και με την ανεπαρκή κάλυψη από το δημόσιο σύστημα των αναγκών στην προσχολική εκπαίδευση, το αποτέλεσμα τείνει να είναι το ίδιο: αδυναμία δημιουργίας της οικογένειας που επιθυμούν, γεγονός που επηρεάζει αναπόφευκτα αρνητικά και τις γεννήσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΘΡΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΜΑΣ

Γραφτείτε στο Newsletter μας

Διαγωνισμοί, δώρα και τα πάντα για το παιδί και την οικογένεια!

Απόρρητο
v