Γράφει η Ιφιγένεια Κοκκάλη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
T ο δημογραφικό ζήτημα αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην Ελλάδα σήμερα. Σύμφωνα με τα στοιχεία των τελευταίων δεκαετιών, ο πληθυσμός της χώρας βαίνει μειούμενος και γηράσκων, ενώ η γονιμότητα συρρικνώνεται. Σχεδόν το 23% των κατοίκων της Ελλάδας είναι άνω των 65 ετών, ενώ οι γεννήσεις υφίστανται κατάρρευση: το 2025 έφτασαν τις 65,6 χιλ., δηλαδή κατέγραψαν πτώση κατά 4,2% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ σε σχέση με την εικοσαετία 1951-1970 ήταν κάτω από τις μισές ετησίως κατά μέσο όρο. Ταυτόχρονα, οι ετήσιοι δείκτες γονιμότητας είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη διαγενεακή γονιμότητα να κινείται στα 1,3-1,4 παιδιά/γυναίκα (για τις γενιές που γεννήθηκαν γύρω από το 1980), δηλαδή να υπολείπεται σημαντικά του ορίου αναπαραγωγής (περίπου 2,1 παιδιά/γυναίκα).
Ακόμη και αν, με κάποιο τρόπο, αυξανόταν το ποσοστό γονιμότητας, ο συνολικός αριθμός των γεννήσεων θα συνέχιζε να μειώνεται, επικυρώνοντας αυτό που ήδη ξέρουμε με βάση τις διαθέσιμες προβολές πληθυσμού: η μείωση θα συνεχιστεί κατά τις επόμενες τρεις δεκαετίες, η δημογραφική γήρανση επίσης, ενώ το πρόσημο του ισοζυγίου γεννήσεων - θανάτων θα παραμείνει αρνητικό μέχρι το 2050. Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν κάθε γυναίκα στην Ελλάδα σήμερα αποφάσιζε να κάνει περισσότερα παιδιά, ο συνολικός αριθμός των γεννήσεων θα εξακολουθούσε να πέφτει.
Αυτό συμβαίνει λόγω των αδρανειών που εμφανίζει το σύστημα «πληθυσμός»: οι δυναμικές των πληθυσμών δεν είναι ακαριαίες, αλλά έχουν βάθος χρόνου, δηλαδή αποτελούν κληρονομιά του παρελθόντος. Για να το κατανοήσουμε αυτό, ας επισημάνουμε ότι ο αριθμός των γεννήσεων κάθε χρονιά εξαρτάται από δύο «νούμερα», εξαιρώντας ως λόγο τη δυσμενή συγκυρία: α) από το πλήθος των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας και β) τον τελικό αριθμό των παιδιών που θα αποκτήσουν τα ζευγάρια τη χρονιά αυτήν.
Όσον αφορά τον πρώτο παράγοντα, στην Ελλάδα, εδώ και πάνω από μια δεκαετία, καταγράφονται αρνητικά φυσικά ισοζύγια: οι γεννήσεις είναι σταθερά λιγότερες από τους θανάτους, με αποτέλεσμα να γεννιούνται όλο και λιγότερα κορίτσια. Έτσι, οι νεότερες γενιές, που σήμερα έχουν μεγαλώσει και είναι σε ηλικία τεκνοποίησης, είναι ολιγάριθμες, και σαφώς μικρότερες αριθμητικά σε σχέση με τις προηγούμενες. Όμως, λιγότερες υποψήφιες μητέρες σημαίνει λιγότερες υποψήφιες γεννήσεις. Ακόμα και αν αυτές οι μητέρες αποφάσιζαν να κάνουν περισσότερα παιδιά, ανεβάζοντας έτσι τον δείκτη ολικής γονιμότητας από περίπου 1,3 παιδιά/γυναίκα που είναι σήμερα στο όριο αναπαραγωγής των γενεών, ο αριθμός των γεννήσεων δεν θα εξισορροπούνταν αμέσως με τους θανάτους μιας γηράσκουσας κοινωνίας. Δηλαδή, μιας κοινωνίας που λόγω της ηλικιακής της δομής «απειλείται» περισσότερο (βάσει πιθανοτήτων) από το δημογραφικό γεγονός «θάνατος» παρά από το γεγονός «γέννηση».
Ανάμεσα στο 2008 και το 2022, το πλήθος των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία (15-49 ετών) μειώθηκε περίπου κατά 450 χιλ. άτομα ενώ, σύμφωνα με τις διαθέσιμες δημογραφικές προβολές (Eurostat, Ηνωμένα Έθνη, κ.ά.), αναμένεται να συρρικνωθεί περαιτέρω και να διαμορφωθεί σε περίπου 1,4 έως 1,5 εκατ. γυναίκες το 2050. Αυτό σημαίνει μια μείωση της τάξης του 25-30% σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα, εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού και του σταθερά χαμηλού δείκτη ολικής γονιμότητας των προηγούμενων δεκαετιών.

Η κατάρρευση των γεννήσεων σήμερα οφείλεται, λοιπόν, και στον ολοένα συρρικνούμενο πληθυσμό αναπαραγωγικής ηλικίας, ο οποίος συρρικνώνεται περαιτέρω και από τη συνεχιζόμενη αποδημία νέων ανθρώπων. Ας θυμίσουμε ότι μεταξύ των δύο τελευταίων απογραφών, αρνητικό δεν είναι μόνο το φυσικό ισοζύγιο αλλά και το μεταναστευτικό ισοζύγιο, δηλαδή η διαφορά εισόδων - εξόδων από τη χώρα. Οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν την Ελλάδα -είτε πρόκειται για Έλληνες και Ελληνίδες είτε πρόκειται για αλλοδαπούς και αλλοδαπές- δεν βρίσκονται μόνο στην πιο παραγωγική τους ηλικία αλλά και στην πιο αναπαραγωγική…
Ο δεύτερος λόγος από τον οποίο εξαρτάται ο αριθμός των γεννήσεων κάθε χρονιά αφορά τον τελικό αριθμό των παιδιών που θα αποκτήσουν τα ζευγάρια τη χρονιά αυτή. Σε αντίθεση με τις τρέχουσες απόψεις, ο αριθμός των παιδιών που έκαναν κατά μέσο όρο οι γυναίκες που τεκνοποίησαν μεταπολεμικά δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα υψηλός. Έτσι, δεν εξασφαλίστηκε η αναπαραγωγή των γενεών, δηλαδή κάθε μητέρα να αντικατασταθεί από μια κόρη. Οι νεότερες γενιές φτάνουν στο σήμερα με καθοριστικά πιο ολιγάριθμους πληθυσμούς και αυτό, όπως προαναφέρθηκε, σημαίνει -μεταξύ άλλων- και λιγότερες υποψήφιες μητέρες.
Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί η ηλικία της μητρότητας. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δημοσιεύματα της ΕΛΣΤΑΤ, παρατηρείται διπλασιασμός των κυήσεων από μητέρες άνω των 40 ετών και συντριπτική μείωση των γεννήσεων από μικρότερες ηλικιακές ομάδες. Σε σχέση με το 2005, το 2025, οι μητέρες άνω των 40 υπερδιπλασιάστηκαν σε απόλυτους αριθμούς, σε μια περίοδο που το σύνολο των γεννήσεων μειώθηκε κατά 40%. Αυτή η εξέλιξη εξ ορισμού σημαίνει τον περιορισμό του συνολικού αριθμού παιδιών που θα μπορούσε να αποκτήσει μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής της ζωής, διότι λόγω της μεγάλης ηλικίας στην πρώτη γέννηση, ενδεχομένως να μην «προλάβει» να αποκτήσει όσα παιδιά θα επιθυμούσε δυνητικά.





























