Γράφει η Έφη Αχτσιόγλου, Δικηγόρος, πρώην υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και μέλος της ΕΛ.Α.Σ
H συζήτηση γύρω από το δημογραφικό συχνά παρουσιάζεται με έναν απλοϊκό τρόπο και με βασικό επιχείρημα το ότι οι νέοι άνθρωποι «δεν θέλουν» να κάνουν παιδιά. Αυτή η εικόνα όμως είναι διαστρεβλωμένη. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι νέες γενιές θέλουν οικογένεια. Είναι εάν όσοι και όσες θέλουν να τη δημιουργήσουν, μπορούν.
Ζήτημα 1o: Υπογεννητικότητα
Με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι γεννήσεις στη χώρα μας μειώθηκαν κατά επιπλέον 4,2% το 2025, ενώ η μείωση από το 2021 ξεπερνά το 23%, πέφτοντας σε απόλυτους αριθμούς από τις 85.346 στις 65.594 την τελευταία πενταετία.
Πίσω όμως από αυτούς τους αριθμούς υπάρχουν πραγματικές ζωές.
Σήμερα, το ενοίκιο ενός σπιτιού στην Ελλάδα πλησιάζει -και σε πολλές περιπτώσεις είναι ίσο με- έναν κατώτατο μισθό. Η αγορά κατοικίας έχει μετατραπεί σε άπιαστο όνειρο. Το κόστος ζωής αυξάνεται διαρκώς: το σούπερ μάρκετ, οι λογαριασμοί και η στέγαση εξανεμίζουν το εισόδημα πριν καν πλησιάσει το τέλος του μήνα.
Η πορεία του πληθωρισμού στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχει εγκλωβίσει τους πολίτες σε μια μεγάλη, αυξανόμενη και διαρκή ακρίβεια. Ακόμη και τα βασικά αγαθά που αφορούν την οικογένεια έχουν γίνει δυσβάσταχτα. Το βρεφικό γάλα σε σκόνη, για παράδειγμα, στην Ελλάδα πωλείται προς 26,11 ευρώ, ενώ στην Ευρώπη κοστίζει 19,36 ευρώ.
Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχουν οι χαμηλοί μισθοί, η εργασιακή ανασφάλεια και η απουσία ελεύθερου χρόνου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το έτος 2025, στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ με όρους αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα είναι ουραγός μαζί με τη Βουλγαρία, υπολειπόμενη κατά 32% του μέσου όρου της ΕΕ.
Οι παρεμβάσεις τα τελευταία χρόνια στην αγορά εργασίας στοχεύουν αποκλειστικά σε φθηνή και εντατικοποιημένη εργασία. Από τη νομοθέτηση του 13ωρου μέχρι τις fast track προσλήψεις και απολύσεις, έχει δημιουργηθεί μια γενιά εργαζομένων που δεν έχουν ούτε τον χρόνο ούτε την οικονομική δυνατότητα να ζήσουν με αξιοπρέπεια.
Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό ότι το Υπουργείο Εργασίας, εν μέσω θέρους, εισηγήθηκε διάταξη η οποία καταργεί την κυριακάτικη αργία για χιλιάδες εργαζόμενους, αφαιρώντας τους κι άλλο ελεύθερο χρόνο και δημιουργώντας συνθήκες μεγαλύτερης επιβάρυνσης της υγείας και της ασφάλειάς τους.
Το πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων παραμένει διαλυμένο και η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων δεν καλύπτονται από κάποια συλλογική σύμβαση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους μισθούς και τα εργασιακά δικαιώματά τους, που καθορίζονται επί της ουσίας με ατομικές συμβάσεις.
Το έμφυλο μισθολογικό χάσμα διατηρείται αμείωτο και την ίδια στιγμή, η χώρα δεν έχει καταφέρει να δώσει επαρκείς λύσεις στο ζήτημα των δημόσιων και δωρεάν βρεφονηπιακών/παιδικών σταθμών και των υποδομών φροντίδας, του θηλασμού και της γονικής στήριξης.
Το δημογραφικό είναι το αποτέλεσμα της κρίσης εισοδήματος, εργασίας και κοινωνικής προστασίας. Είναι η αποτύπωση της οικονομικής, εργασιακής, προνοιακής και στεγαστικής ανασφάλειας των νέων ανθρώπων.

Ζήτημα 2: Μετανάστευση των νέων
Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο του δημογραφικού είναι η φυγή των νέων στο εξωτερικό.
Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι νέοι και νέες αποφασίζουν να κυνηγήσουν το μέλλον τους σε άλλες χώρες. Ο βασικός λόγος είναι η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής και εργασίας.
Πόσο αμείβεται μια νεοδιόριστη εκπαιδευτικός στην Ελλάδα; Ποιος είναι ο μισθός ενός γιατρού στο δημόσιο σύστημα υγείας στη χώρα μας; Πώς μπορεί ένας νέος επιστήμονας να σχεδιάσει τη ζωή του, όταν οι απολαβές του δεν ανταποκρίνονται ούτε στο κόστος μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης;
Πώς θα σχεδιάσει τη ζωή του ένας νέος άνθρωπος σε μια χώρα που τα ΜΜΜ έχουν γίνει αβίωτα, οι εκπαιδευτικές δομές και οι δομές υγείας είναι βαθιά υποστελεχωμένες και η μοναδική απάντηση από την πλευρά της κυβέρνησης είναι η ιδιωτικοποίηση των πάντων;
Πώς να νιώσει ασφάλεια ένας νέος στη χώρα του ΟΠΕΚΕΠΕ, των Τεμπών, των υποκλοπών;
Ζήτημα 3: Τρίτη ηλικία
Στην άλλη πλευρά του δημογραφικού βρίσκονται οι μεγαλύτερες γενιές.
Είναι κοινό μυστικό ότι οι σημερινοί παππούδες και γιαγιάδες υποκαθιστούν το κοινωνικό κράτος. Καλύπτουν τα κενά από την έλλειψη βρεφονηπιακών σταθμών, την έλλειψη χρόνου των γονιών και την αδυναμία πολλών οικογενειών να ανταποκριθούν οικονομικά.
Και όμως, η πλειονότητα αυτών των ανθρώπων ζουν με χαμηλές συντάξεις, είδαν τις αποδοχές τους να μειώνονται και τη 13η σύνταξη να καταργείται ξανά.
Το πραγματικό success story αυτής της χώρας λοιπόν είναι οι άνθρωποί της που αντέχουν.
Είναι αυτά τα ζευγάρια με τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά που δεν βγάζουν τον μήνα. Οι νέοι και οι νέες που προσπαθούν να φύγουν από το σπίτι που ζουν με τους γονείς τους. Οι γονείς που ψάχνουν τρόπους να στηρίξουν τα παιδιά τους. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες που συνεχίζουν να είναι παρόντες όπου λείπουν οι δημόσιες δομές.
Το δημογραφικό είναι τελικά η εικόνα ενός κράτους που ζητά ολοένα και περισσότερες θυσίες, ενώ εκείνο δεν «θυσιάζει» τίποτα.





























